Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Εκκλησία ή Θρησκεία;


του Απόστολου Σαραντίδη
Από τις πιο εμφανείς παρανοήσεις που μπορούν να γίνουν σε πεδίο «μεταφυσικής» είναι μεταξύ των εννοιών της Εκκλησίας και της Θρησκείας. Φαινομενικά σχεδόν συνώνυμες, τόσο ώστε να θεωρείται ότι η μία εμπεριέχει την άλλη και αντίστροφα, ουσιαστικά όμως η μία στους αντίποδες της άλλης. Δύο ασύμπτωτα και ασυμβίβαστα δεδομένα.

        H γλώσσα των εννοιών βοηθάει. Ίσως «ετοιμάζει» την πρόσβαση στην εμπειρική αμεσότητα της γνώσης. Αλλά δεν μπορεί ποτέ να την υποκαταστήσει. H αμεσότητα της γνώσης προϋποθέτει πάντοτε την εμπειρία της σχέσης και η σχέση είναι άθλημα. Kατορθώνεται  μόνο ως ελευθερία από το εγώ στο γενικότερο φάσμα του αυτεξούσιου. Από τα ατομοκεντρικά ορμέμφυτα – με την ελευθερία να συνοδεύεται πάντοτε από το ρίσκο της αποτυχίας.  Αντίθετα η γλώσσα των εννοιών κατέχεται ατομικά, κυριαρχείται, είναι ιδιόκτητη, το εγώ επενδύει στις νοητικές βεβαιότητες, στις «πεποιθήσεις», στη θωράκιση και αυτασφάλισή του. Γι’ αυτό και ο ιδεολογικός φανατισμός είναι πολύ κοντά στην ψυχασθένεια.
Kάθε γνώση του επιστητού, προϋποθέτει τη διάκριση αιτίας και αποτελέσματος. Στην περίπτωση της ύπαρξης, της ερμηνείας του υπάρχειν, η άρνηση αναζήτησης της αιτίας οδηγεί μόνο στην «τυχαιότητα» δηλαδή σε μη–απάντηση. Σε μιαν έννοια που δεν ερμηνεύει τίποτα. Ερμηνευτικά ισοδύναμη με την καταφυγή στον παραλογισμό μέσα από τις διαδικασίες της πολιτιστικής παραπλάνησης με δύο κυρίαρχα θέματα μετακένωσης: τον ναρκισσισμό και τη θρησκειοποίηση του κοινωνικού ορθολογισμού: Το κλείσιμο στον εαυτό και την ατομικότητα σαν κέντρο του κόσμου. Την αποθέωση της προσωπικής επιλογής. Το να είσαι δηλαδή ο εαυτός σου με περισσή αυτοπεποίθηση. Με τι τίμημα όμως; Το ασυνάρτητο του παραλογισμού αυτού θα μπορούσε άνετα να παραπέμπει σε έναν γενοκτόνο. Κι αυτός, ο εαυτός του είναι. Με την κορύφωση του ναρκισσισμού στην εκκομίκευση να καταλήγει στον μηδενισμό. Ο Heidegger, μελετώντας τον Nietzsche λέει πως το υποκείμενο μπήκε στη μέση κάθε μεταφυσικής των αξιών. Επομένως οι τελευταίες σαν να παύουν πλέον να υπάρχουν.
Για τους Αρχαίους Έλληνες το ερώτημα για την αιτία του υπάρχειν δεν αναζητούσε κάποιαν ελεύθερη βούληση - απόφαση που να ερμηνεύει το «γιατί» της ύπαρξης των υπαρκτών, καθορίζοντας και τον στόχο της. Το ερώτημα των Ελλήνων αφορούσε το «πώς» της πραγματικότητας, όχι το «γιατί». Και αιτία για το «πώς» ήταν ο ανερμήνευτα δεδομένος «ξυνός (κοινός) λόγος» που διέπει τα πάντα: μια λογική αναγκαιότητα που καθορίζει τον «τρόπο» της ύπαρξης κάθε υπαρκτού, τον «τρόπο» και της συνολικής συνύπαρξης – τη συμπαντική αρμονία και κοσμιότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, ο έλλην τρόπος, έπαιρνε το πρόβλημα π.χ. από τον Ινδό ή από τον Αιγύπτιο και με την ευφυΐα του το μεταμόρφωνε, το έκανε δικό του, του έδινε μια λύση. Με τον τρόπο αυτό του έκανε τον Ελληνισμό απαραίτητο. Γενικά και σήμερα και τότε, μόνο μια κουλτούρα η οποία είναι ζωντανή και σίγουρη για τον εαυτό της μπορεί να έρθει σε διάλογο με άλλες ούτως ώστε ό,τι φτιάξει από αυτόν να είναι κτήμα της και να διαισθάνεται το βίωμα της συνέχειας.
Επιστρέφοντας στο «δίπολο» Εκκλησία – Θρησκεία και με βάση τα παραπάνω, μπορούμε πλέον άνετα να διαπιστώσουμε ότι άλλο η Θρησκεία του Θεού και άλλο το Εκκλησιαστικό Γεγονός μέσω του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος. Kαμία υποψία από πολλούς για τη ριζική διαφορά της Θρησκείας από την Εκκλησία, του νοησιαρχικού - ηθικιστικού - ψυχολογικού ατομοκεντρισμού της θρησκευτικότητας από το άθλημα - άσκηση των σχέσεων της Εκκλησιαστικής Κοινωνίας, τη ζωή ως ελευθερία κατορθούμενης αγάπης. Όχι μόνο είναι ασύμπτωτες ως έννοιες αλλά είναι εντελώς αδύνατη η συνύπαρξή τους. Η μία αναιρεί την άλλη τόσο ώστε δεν είναι δυνατό κάποιος να υπηρετεί ταυτόχρονα καί τις δύο ούτε να αναφέρεται παίρνοντας στοιχεία πότε από τη μία και πότε με την άλλη. Τα οποιαδήποτε προβλήματα διαφαίνονται μεταξύ τους έχουν επιλυθεί οριστικά με τον Εκκλησιαστικό Λόγο από τις Οικουμενικές Συνόδους εδώ και αιώνες.
H Θρησκεία δεν μεταγγίζει «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Υπηρετεί την ατομική ψυχολογία, το ένστικτο αυτοπροστασίας. Δεν κομίζει απαντήσεις για «νόημα» της ζωής και του θανάτου. Μηρυκάζει τα στερεότυπα a priori. Για τους «ιερείς» και «αρχιερείς» της Θρησκείας, σκοπός της «θαυματουργικής» ενανθρώπησης του Θεού ήταν και είναι η χρησιμοθηρία της διδαχής: Να μας προσφέρει ηθικό υπόδειγμα, να μας διδάξει το «αγαπάτε αλλήλους», πληρέστερες κανονιστικές διατάξεις στις οποίες αν πειθαρχήσει το άτομο θωρακίζεται με σιγουριά για αιώνια επιβίωση του εγώ, ατέλειωτη σε γραμμικό χρόνο, εξασφάλιση ναρκισσιστικής δικαίωσης.
Η Εκκλησία υπερβαίνει την Ανθρωπότητα. Με άλλους όρους, θα λέγαμε ότι αποτελεί υπερδομή της. Ως θείον καθίδρυμα είναι Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική και Αλάθητη. Τα μέλη της είναι πολλά και εξ αλλοτριωμένης φύσεως αμαρτωλά. Κανένας πιστός μέσα στην Εκκλησία  δεν μπορεί να κατέχει από μόνος του την απόλυτη αλήθεια παρά μόνο το Σώμα Της διά του Παρακλήτου όπως εκφράζεται από τις Οικουμενικές Συνόδους, τους Πατέρες της Εκκλησίας και το πλήθος των Αγίων της. Σε κάθε αμφιβολία που είχε η Εκκλησία στην πορεία της ένας μόνο τρόπος αντίδρασης υπήρχε: Η ανάγνωση των «κεκοιμημένων» Αγίων, του έργο τους και τα βιώματά τους με πηδάλιο τη Βίβλο. Τίποτα άλλο. Ένας θρίαμβος της ομάδας στην οποία το Αυτεξούσιο και η Ελευθερία γίνονται απόλυτα σεβαστά σε σημείο που ο άνθρωπος με τη νοημοσύνη και την Παιδεία που διαθέτει να οδηγεί και να οδηγείται. Να πέφτει και να σηκώνεται. Να μετανοεί και να συνεχίζει. Να προσπερνά εμπόδια προς τον τελικό στόχο. Εσχατολογικό και σωτηριολογικό: Τη νίκη του θανάτου και την απόλυτη Ελευθερία μέσα από το συναμφότερον της πεπτωκυίας  φύσης. Τη θέωση κατά Χάριν. Το «καθ’ ομοίωσιν» προς στον αληθινό κόσμο. «Συμπολίτες των Αγίων και οικείοι του Θεού». Τελικά η πόλις τελειούται στην πραγμάτωση των αναστημένων προσώπων εντός της Εκκλησίας. Η εκκλησία στην πράξη είναι ένα θεραπευτήριο της αλλοτριωμένης πτωτικής ανθρώπινης φύσεως. Η Ανθρωπότητα πάσχει. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η συνέχεια αλλά η σωτηρία.
Η εκκοσμίκευση της Θρησκείας δεν αγνοεί τον Θεό. Αρνείται να τον προσκυνήσει ως Τριαδικό υποβαθμίζοντας και αλλοιώνοντας τα Πρόσωπα. Τον τοποθετεί μέσα στα πάθη τα ανθρώπινα. Ακόμη και ως Θρησκεία, ένας αυτάρκης «ανθρωπισμός» που βάζει μέσα καί τον Θεό καί την «εκκλησία», αρκεί να εργάζεται για τους σκοπούς του συλλογικού ναρκισσισμού.
        Η οντολογική πάντως θεμελίωση της ανθρώπινης ύπαρξης σε μόνο τον βιολογικό παράγοντα ανοίγει τον δρόμο για μια καινούργια ερμηνεία της ανθρώπινης ιστορίας και των παραγόντων που την συγκροτούν: Δεν υπάρχει «Θεία Πρόνοια και Χάρις» ούτε υπαρκτική περιπέτεια ελευθερίας. Επομένως ούτε και «προπατορικό αμάρτημα» που δεσμεύει τον άνθρωπο και τον κάνει υποτελή σε κανόνες και θεσμούς εξαγοράς της «σωτηρίας» του ενοχικά ή μη. Η ανθρώπινη ιστορία καταντά φαινομενολογία της εξέλιξης του ενστίκτου αυτοσυντήρησης – η φυσική ορμή της αυτοσυντήρησης είναι η δεδομένη λογικότητα της Φύσης που ωθεί στην ίδρυση οργανωμένων κοινωνιών και θέτει κανονιστικές αρχές για την εκτίμηση των εκάστοτε δυνατοτήτων αποφυγής του βίαιου θανάτου και ικανοποίησης των αναγκών της διατροφής. Θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς σχηματικά και μέσα από μίαν ευρύτατη ποικιλία απόψεων ότι «νόμοι της φύσης» ή «φυσικό δίκαιο» είναι οι υποχρεώσεις εκείνες που η εκπλήρωσή τους επιτρέπει τον οργανωμένο συγκερασμό και τη λογική εναρμόνιση των επιμέρους ατομικών εκφάνσεων της ορμής για αυτοσυντήρηση, κάνοντας δυνατή την κοινωνική ζωή. Τα ατομικά δικαιώματα είναι φυσικά δικαιώματα. Τα υπαγορεύει το «δίκαιο της φύσης», η έμφυτη στη φύση λογικότητα ή στρατηγική για την εξασφάλιση της αυτοσυντήρησης.
Η οργανική σύνδεση στη συνέχεια, οντολογίας και ηθικής γίνεται συχνά προβληματική όταν καταλήγει σε αγεφύρωτες αντιθέσεις και κραυγαλέες ασυνέπειες. Κι αυτό επειδή επιλέγονται οντολογικές ερμηνείες για χάρη συγκρουσιακών σκοπιμοτήτων και αγνοούνται ή απορρίπτονται οι ηθικές τους συνέπειες ενώ ταυτόχρονα υιοθετούνται κανονιστικές αρχές ασυμβίβαστες με την επιλεγμένη οντολογία. Ή επιχειρείται η εκ των υστέρων απόδοση οντολογικού περιεχομένου σε ηθικές επιλογές και αξιολογήσεις που έχουν και πάλι για μόνο σκοπιμότητες συγκρούσεων προτιμηθεί.
Ο υλισμός αναφέρει στην αυτογενή δράση - κίνηση της ύλης την προέλευση κάθε φαινομένου επομένως και των «ψυχικών λειτουργιών» του ανθρώπου – νόησης, κρίσης, φαντασίας, βούλησης κλπ. Υποτάσσει κατά συνέπεια και αυτές τις λειτουργίες στην Αιτιοκρατία που διέπει την υλική φύση, στην αναγκαιότητα και «λογική» της αυτοσυντήρησης και του ενστίκτου. Έτσι όμως αποκλείει κάθε ενδεχόμενο «αυτεξουσίου», ελευθερίας αυτοκαθορισμού και βουλητικής αυτενέργειας του ανθρώπινου υποκειμένου. Άρα αποκλείει και κάθε ενδεχόμενο ηθικής δεοντολογίας.  Αξιών. Αφού οι πράξεις και οι επιλογές του ανθρώπου κατευθύνονται από τη φυσική αναγκαιότητα δεν υπάρχουν περιθώρια καταλογισμού ατομικών ευθυνών ούτε και ηθικών αξιολογήσεων. Η συνεπής υιοθέτηση της υλιστικής οντολογίας συνεπάγεται τον μηδενισμό κάθε Αξίας υπέρ μιας κανονιστικής αρχής. Το δέον ταυτίζεται με το ον, η ηθική απορροφάται από την αδήριτη νομοτέλεια και αναγκαιότητα που διέπει τη φύση. Η Θρησκεία από τη φύση της φαινομενικά δεν μπορεί να έχει κοινό σημείο με υλιστική οντολογική θεώρηση τουλάχιστον σε ό,τι την αφορά μετά από τον θάνατο. Ο ατομοκεντρισμός όμως της ατομικής αξιομισθίας και σωτηρίας κάθε άλλο παρά το αντίθετο επιτυγχάνει.
Η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού μέσα στην Ανθρωπότητα με κεφαλή τον ιδρυτή της Κύριο Ιησού Χριστό και μέλη τους εμβαπτιζομένους μυστηριακά δι’ Αγίου Πνεύματος στο κτιστό ύδωρ που μεταμορφώνεται,  καθαγιάζει την κτίση και οδηγεί προς τη σωτηρία: Στην καινή κτίση και Ανάσταση, στο «αρχαίον κάλλος» το προ της πτώσεως, στην «καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού», με πνευματικά εργαλεία τη νηστεία, την αγρυπνία, την προσευχή, τη συνειδητή συμμετοχή στα μυστήριά της, την κοινή λατρεία και πάντοτε με πνευματικό καθοδηγητή σε χωρική κοινότητας της ενορίας. Άλλον δρόμο δεν έχει να υποδείξει η εμπειρία των Αγίων μας πλην της Θείας Χάριτος όπως αυτή διέσωσε την ύστατην ώρα τον μετανοημένο ληστή επάνω στον σταυρό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

1) Η κατάθεση σχολίου κάτω από τις αναρτήσεις θα γίνεται επωνύμως με την χρήση λογαριασμού Gοοgle και θα αναρτώνται κατόπιν εγκρίσεως.
2) Τυχόν άσεμνα ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται μόλις υποπέσουν στην αντίληψη των διαχειριστών του ιστολογίου, ή κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από τους τυχόν θιγομένους τρίτους.
3) Το περιεχόμενο του άρθρου ή των σχολίων που το συνοδεύουν, ΔΕΝ συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου
4) Να μην χρησιμοποιείτε greeklish στα μηνύματά σας διότι δε θα αναρτώνται.
5) Να τσεκάρετε το πλαίσιο "Να λαμβάνω ειδοποιήσεις" που βρίσκεται κάτω από το μήνυμα σας, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, ώστε να ειδοποιείστε για τα επόμενα σχόλια αυτής της ανάρτησης, μέσω της ηλεκτρονικής σας διεύθυνσης.
6) Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: istologionkatanixis@gmail.com