Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Η απόρριψη “της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου“ της Κρήτης''- ''Επαρχία Ράσκας-Πριζρένης και Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία”

Το συνοδικό Μήνυμα της εκκλησιαστικής και λαϊκής Συνόδου της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης και Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία (ο Επίσκοπος Αρτέμιος), η οποία πραγματοποιήθηκε στη μονή του Αγίου Νικολάου στη Λοζνίτσα κοντά στο Τσατσάκ στις 5 Ιουνίου το 2016 – Η απόρριψη “της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου“ της Κρήτης

Θεοφιλή Σύνοδε των ορθοδόξων, αγιοσαββαϊτικέ λαέ του Θεού, Χριστός Ανέστη!
Στο φως της γιορτής του Πάσχα πραγματοποιείται αυτή η ιερά Σύνοδος με την ελπίδα ότι αυτή θα συνεισφέρει στην πνευματική ανάσταση και στην αφύπνιση της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και του σερβικού ορθόδοξου λαού.
Ο μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, είπε: “Θεοῦ μεμνῆσθαι μέν διηνεκῶς εὐσεβές καί κόρον ούκ ἔχον τῇ φιλοθέῳ ψυχῇ“.[1] Εμείς, οδηγούμενοι από αυτή την αγιοπατερική εμπειρία και τη διδαχή, από το συνοδικό χαρακτήρα και τον ευπρεπισμό της Εκκλησίας, καθώς και από την παράδοση της θεοπροσευχόμενης συνοδικότητας του ορθοδόξου σερβικού μας λαού, συναντηθήκαμε σήμερα στην ιερά μονή του Αγίου Νικολάου των Μύρων στη Λοζνίτσα κοντά στο Τσατσάκ, δόξα τω Θεώ. Συναντηθήκαμε προκειμένου να προσφέρουμε την κατάλληλη και αναίμακτη θυσία, και την εξυπηρέτηση στο Θεό, προκειμένου να ενδυναμωθούμε πνευματικά στην ευλάβεια και στην αδελφική αγάπη, για να κατοχυρωθούμε στη θεϊκή επιστήμη της ορθόδοξης πίστης. Στην ίδια την πίστη, η οποία μας δόθηκε από το Χριστό μέσω των Αποστόλων, την οποίαν δέχτηκαν και ως παράδοση διαμόρφωσαν οι Άγιοι Πατέρες. Ανάμεσα στους οποίους, με τον ξεχωριστό σεβασμό,  στην ευλογημένη μνήμη μνημονεύουμε τους πάντα αλησμόνητους: τον Άγιο Σάββα της Σερβίας, τον Άγιο Νικόλαο Ζίτσας και Αχρίδος, και ιδιαίτερα, τον Άγιο Ιουστίνο από τη μονή Τσέλιε – στον οποίο αφιερώνουμε τη Σύνοδο αυτή ώστε να ενισχυθούμε στη διατήρηση της θεολογικής του παραδόσεως, της πνευματικότητας και του ζήλου για την πατερική πίστη. Όλες τις ημέρες της ζωής μας, και ειδικά σήμερα, όταν η ορθοδοξία δέχεται επίθεση από τους οικουμενιστές και την οικουμενιστική αίρεση, η οποία μαίνεται ως μια νέα Ηρωδιάδα ψάχνοντας για “τα κεφάλια των ορθοδόξων“, σαν κύριο μας στόχο βλέπουμε τη διατήρηση του ενεχύρου της πίστεως, που μας δόθηκε από αυτές τις λυχνίες της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ιδιαίτερα από τον άμεσο μας προκάτοχο, τον Άγιο Ιουστίνο από τη μονή Τσέλιε). Κάνοντας αυτό, εκπληρωνόμαστε με την ελπίδα, πως, τη στιγμή όταν πρέπει να διασχίσουμε από την προσωρινή ζωή στην αιωνιότητα, από το στόμα αυτού του Αγίου μας Πατέρα θα ακούσουμε την ευλογία και τα λόγια του Αγίου Αποστόλου Παύλου: “᾿Επαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε“ (‘Α Κορ. 11, 2).
Στην ομιλία του περί πίστεως, από τον ουρανό αναγνωρισμένος ως βλέπων τα μυστήρια – ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, μας ειδοποιεί: “Πλήν ἀλλ’ ἐπειδή πᾶσα ἀκοή ἤνοικται νῦν πρός θεολογίας ἀκρόασιν, καί κόρος οὐκ ἐστί τῇ ‘Εκκλησίᾳ τῶν τοιούτων ἀκροαμάτων, βεβαιούσῃ τόν τοῦ ‘Εκκλησιαστοῦ λόγον, ὅτι Οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπό ἀκροάσεως, ἀναγκαῖον λέγειν είς δύναμιν“.[2] Ακολουθώντας αυτή την αγιοπατερική διδαχή και τους ίδιους τους Αγίους Πατέρες στη θεολογία τους, κι εμείς τώρα, όσο ο Θεός μας έδωσε τη δύναμη και τη σοφία, ειρηνικά δηλώνουμε αυτό το συνοδικό Μήνυμα.
Το χτύπημα, κατά τη διάρκεια των πολλών δεκαετιών, της αίρεσης του οικουμενισμού, η οποία μέσω των φορέων της (κάποιων εκκλησιαστικών αξιωματούχων) εξαπλώνεται σαν κάποια πνευματική μόλυνση μέσα στο χριστιανικό εκκλησίασμα των ορθοδόξων – στην Εκκλησία του Θεού, πλησιάζει την κορυφή. Αυτά που οι οικουμενιστές-ιεράρχες ως χωριστά άτομα μέχρι τώρα κήρυτταν και βάναυσως επέβαλαν στο επίπεδο της ευθύνης τους (αν και όλα αυτά ήταν διαμετρικά αντίθετα στη δογματική και κανονική παράδοση της ορθοδοξίας), τώρα οι πνευματικοί συνεχιστές και οι διάδοχοι αυτού του αιρετικού  προσανατολισμού, έχοντας πάρει την εξουσία στην Εκκλησία, προσπαθούν να επιβάλουν στην εκκλησιαστική πληρότητα. Ως τρόπο για τέτοιο σκοτεινό στόχο της διάλυσης της Oρθόδοξης Εκκλησίας δημιούργησαν τον ειδικό μηχανισμό – τη μισό αιώνα ετοιμασμένη Σύνοδο στην Κρήτη, προγραμματισμένη φέτος το 2016, για την Πεντηκοστή. Η Σύνοδος η οποία, κρίνοντας την ετοιμασία της, δεν μπορεί να εκφράσει τη φωνή της Oρθοδοξίας, το συνοδικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, την παράδοση και τη ζωή της Εκκλησίας, ούτε ουσιαστικά ούτε επίσημα.
Η Σύνοδος αυτή παρουσιάζει την προσπάθεια των σύγχρονων οικουμενιστών εντός εκκλησιαστικής ιεραρχίας να πραγματοποιήσουν εκείνα τα οικουμενιστικά και καινοτόμα σχέδια, τα οποία οι προκάτοχοι τους (επίσης οικουμενιστές και νεοτεριστές) έχουν σχεδιάσει. Κατά συνέπεια, η Σύνοδος της Κρήτης για τον κύριο στόχο έχει την επιβολή της αίρεσης του οικουμενισμού σε ολόκληρη την εκκλησιαστική πληρότητα, δηλαδή μέσω του οικουμενισμού την πραγματοποίηση της ένωσης με τον πάπα της Ρώμης, και μετά, με τους άλλους αιρετικούς, αφορισμένους από την ορθοδοξία και την Εκκλησία του Χριστού. Αλλά, αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα προς εκείνη την άτυχη ενότητα, επειδή ο οικουμενισμός ως υπηρέτης του κατασκευάσματος της Νέας Τάξης Πραγμάτων της παγκοσμιοποίησης έχει για το στόχο τη συγκέντρωση όλων των θρησκειών σε μια θρησκεία. Αυτά τα αναφερόμενα επιβεβαιώνονται από όλες τις προηγούμενες προσυνοδικές  διασκέψεις της Συνόδου της Κρήτης, καθώς και από τα έγγραφα που ελήφθησαν τότε: από τον κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας, από τη θεματολογία και τα αποτελέσματα της Συνόδου, τα όποια είναι (με την ορολογική και θεολογική έννοια) αντιμαχόμενα, αλλά στην ουσία και κατά το περιεχόμενο -αναμφισβήτητα οικουμενιστικά.
Από την ιερά εκκλησιαστική ιστορία ξέρουμε ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι πάντα συγκαλούνταν με έναν και μόνο στόχο – να λυθούν γενικές ερωτήσεις και προβλήματα της Εκκλησίας, και αυτό σημαίνει, πάνω απ’ όλα, τη διατήρηση της καθαριότητας της ορθόδοξης πίστης, η πίστη που είναι η γενική, εκκλησιαστική και συνοδική παράδοση. Και για αυτό το λόγο, η ευθύνη για την παράδοση αυτή ανήκει σ’ όλα τα μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μέθοδος της οργάνωσης της Συνόδου της Κρήτης, οι αφορμές και τα προσυνοδικά έγγραφα δείχνουν πως η Σύνοδος έχει τον αντίθετο στόχο από το λεγόμενο “ορθόδοξο“. Οι καθιερωμένες αρχές λειτουργίας της Συνόδου καταστρέφουν τη συνοδικότητα της Εκκλησίας, ενώ τα ειλημμένα συμπεράσματα και τα έγγραφα καταστρέφουν την καθαριότητα της ορθόδοξης πίστεως. Τέτοια προσυνοδικά έγγραφα, τα οποία έχουν ληφθεί ήδη από τους αντιπροσώπους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, στην Κρήτη μόνο πρέπει να ψηφιστούν με τον κοινοβουλευτικό και κομματικό τρόπο, σίγουρα όχι με τον τρόπο που σημαίνει τη συνοδικότητα. Τα ίδια τα έγγραφα δείχνουν τη μικρόψυχη ετοιμότητα των συνθετών τους να υποχωρήσουν σχετικά με τα Δόγματα της Ορθοδοξίας και να συμβιβαστούν με τους αιρετικούς, όλα τα οποία δεν βασίζονται στα Ορθόδοξα Δόγματα, αλλά παρουσιάζουν την αποστασία από τα Ίδια.
Αντιθέτως, οι οικουμενιστές συμπεριφέρονται στους αντιοικουμενιστές από τη σειρά των ορθοδόξων εντός της Εκκλησίας, με τη μην ανεκτικότητα και την αγένεια, χωρίς καμία ετοιμότητα να κάνουν συμβιβασμό και να τους κατανοήσουν, μαζί με τις απειλές που σημαίνουν τις διάφορες μην κανονικές τιμωρίες και το διωγμό (ήδη σε εξέλιξη). Αυτό καθαρά εμφανίζεται στην περίπτωση της Επαρχίας μας (Ράσκας και Πριζρένης) στο διωγμό. Οι οικουμενιστές εντός της ιεραρχίας, στη δική τους αυθαιρεσία, καθώς έχουμε πει, αποκλείουν το ρόλο του ίδιου του σώματος της Εκκλησίας – του πιστού λαού, ο όποιος, σύμφωνα με την πατερική παράδοση, είναι “ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας“. Γι’ αυτό, τέτοια μη συνοδική και μην ορθόδοξη συνάθροιση στην Κρήτη εκ των προτέρων είναι κακότυχη, επειδή καταργεί τους ίδιους τους φορείς της εκκλησιαστικής συνοδικότητας – εκτός από τους προκαθημένους αυτοί οι φορείς είναι όλα τα μέλη της Εκκλησίας (ο κατώτερος κλήρος και ο πιστός λαός).
Την αναφερόμενη τραγική αλήθεια σχετικά με τη Σύνοδο στην Κρήτη επιβεβαιώνουν πολλές φωνές αντίστασης στους μην ορθόδοξους ισχυρισμούς και στη μη συνοδική τους επιβολή προς την Εκκλησία του Θεού. Δυστυχώς, λίγοι επίσκοποι, αλλά κάποιοι ιερείς, ιερομονάχοι, μοναχοί, μοναχές και λαϊκοί παντού στην ορθόδοξη Οικουμένη, ομοφωνώς εναντιώνονται στην αίρεση του οικουμενισμού, η οποία χαρακτηρίζει όλα τα έγγραφα και τις μεθόδους προπαρασκευής και οργάνωσης της Συνόδου της Κρήτης. Εναντιώνονται σε όλες τις πράξεις των προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών και των συνεργατών τους, οι πράξεις οι οποίες έχουν για το στόχο την αναφερόμενη επιβολή της οικουμενιστικής αίρεσης.
Χαιρούμε πολύ ότι υπάρχει η αντίσταση των ορθόδοξων, ειδικά η ομοψυχία και η δογματική ομοφωνία των ισχυρισμών, εκφραζόμενων σε πολλές επιστολές, δηλώσεις και εκθέσεις των εν λόγω ορθοδόξων υπερασπιστών της Ορθοδοξίας – οι οποίες διαφοροποιούνται σε γλώσσα και ύφος, αλλά είναι απολύτως ίδιες αν διαβάσουμε τη θεολογική ουσία και το περιεχόμενο. Αυτό δείχνει τον αληθινό και συνοδικό χαρακτήρα της Πεντηκοστής στην Εκκλησία, στην οποία πολλοί πιστοί, οι οποίοι είναι διαχωρισμένοι γλωσσικά και γεωγραφικά, μένουν στην τέλεια ενότητα της πίστης και των Ορθοδόξων Δογμάτων. Αυτό είναι η ενθαρρυντική δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο διαφωτίζει και εμπνέει παντού πολλούς διαχωρισμένους  χριστιανούς προκειμένου να ομολογούν ομοφώνως μια αμετάβλητη και την ίδια την ορθόδοξη πίστη. Σε όλες τις αναφερόμενες πράξεις των ορθοδόξων, ο οικουμενισμός αναμφισβήτητα καταδικάζεται ως αίρεση (αυτό είναι πραγματικά η αλήθεια), αλλά ταυτόχρονα καταδικάζονται κι οι οικουμενιστικοί ποιμένες κι οι μη συνοδικές τους δραστηριότητες με σκοπό την επιβολή της αίρεσης αυτής στην Εκκλησία του Θεού, μεταξύ άλλων μέσω της επερχόμενης Συνόδου. Γι’ αυτό, από αυτή τη χρονική προοπτική με την ευχαρίστηση διαπιστώνουμε ότι όλοι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί των ορθοδόξων έχουν δηλωθεί και έχουν ομολογηθεί στην Επαρχία μας πριν από πολλά χρόνια και πριν από πολλές δεκαετίες (άσχετα από τις καλές ή κακές περιστάσεις), ειδικά στις εκκλησιαστικές και λαϊκές μας Συνόδους, καθώς και στα συνοδικά μηνύματα. Είμαστε βαθιά ενήμεροι για το γεγονός αυτό που αποτελεί την ουσιαστική αιτία του διωγμού, τον οποίο δημιουργούν οι οικουμενιστές εναντίον του Επισκόπου μας και της Επαρχίας μας. Ακριβώς επειδή η Επαρχία μας παρουσιάζει την παράταση, την συνέχιση και την διατήρηση του ορθοδόξου θεολογικού προσανατολισμού (δυνατά αντιοικουμενιστικού και αντιμεταρρυθμιστικού) του Αγίου Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιε. Καθώς περνάει ο καιρός, η βαθιά αξία και η σπουδαιότητα τέτοιας παραδόσεως του Αγίου Ιουστίνου γίνονται όλο και περισσότερο σαφείς, ειδικά αφού η ιεραρχική κορυφή του Πατριαρχείου στο Βελιγράδι άρχισε φανερά να διώκει τους ορθόδοξους και την Επαρχία μας. Την ορθόδοξη θεολογική παράδοση του πατέρα Ιουστίνου σήμερα σαφές θεωρούμε ως ισχυρό πνευματικό αντίδοτο για τον οικουμενισμό κι ως στήριγμα για τους ορθόδοξους.
Η επίμαχη προετοιμασία της Συνόδου αυτής έχει υποστεί ήδη τις κριτικές πολλών ορθοδόξων θεολόγων, ειδικά, καθώς έχουμε πει ήδη – του Αγίου Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιε. Από την κοφτερή του πένα και την θεολογική σκέψη, καταγράφτηκε η δυνατή του αντίσταση στη μέθοδο προετοιμασίας της Πανορθόδοξης Συνόδου, καθώς και στα θέματα τα οποία επιβάλλουν οι οργανωτές. Από αυτό το χρονικό διάστημα, παρατηρούμε πόσο εκπλήττει η προφητική ακρίβεια του πατέρα Ιουστίνου, ομοίως και το γεγονός ότι η δυνατή του φωνή δεν ακούστηκε ποτέ από τους προηγούμενους και σημερινούς οργανωτές της Συνόδου της Κρήτης, πόσο μάλλον δεν εκτιμήθηκε, επειδή στη μέθοδο και στο σκοπό τους, αυτοί δεν έχουν αλλάξει τίποτα, ούτε στη μορφή ούτε στην ουσία. Γι’ αυτό, τα λόγια του πατέρα Ιουστίνου σχετικά με την επερχόμενη Σύνοδο, ακόμη και σχεδόν μετά από μισό αιώνα, έχουν ολόκληρη τη φρεσκάδα και την επικαιρότητα σ’ αυτή την κρίσιμη ιστορική στιγμή, επειδή αυτός λέει: “Στην πραγματικότητα, μέσα σ’ όλα αυτά, αποκαλύπτεται και εκφράζεται όχι μόνο η συνηθισμένη ασυνέπεια, αλλά κι η φανερή ανικανότητα κι η άγνοια της Ορθοδοξίας εκείνων, οι οποίοι τώρα και σε τέτοια κατάσταση, με αυτόν τον τρόπο, επιβάλλουν στους Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες τη δική τους “Σύνοδο“, καθώς η άγνοια κι η ανικανότητα να νιώσουν και να καταλάβουν τι σήμαινε και τι σημαίνει μια αληθινή Οικουμενική Σύνοδος για την Ορθόδοξη Εκκλησία και την χριστιανική της πληρότητα των πιστών. Αν το ένιωθαν κι αν το καταλάβαιναν, θα ήξεραν πρώτα απ’ όλα ότι στην ιστορία και στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας ποτέ καμία Σύνοδος, κι ειδικά τέτοιο παρά πολύ εύχαρι συμβάν όπως είναι η Οικουμενική Σύνοδος δεν έψαχνε και δεν εφεύρισκε τεχνητά θέματα για το έργο και τη συνάντηση της, ποτέ δεν επίμονα οργάνωνε “διασκέψεις“, “συνεδριάσεις“, “προσυνόδους“ και παρόμοιες τεχνητές ημερίδες, απολύτως παράξενες κι άγνωστες για την ορθόδοξη συνοδική παράδοση, αλλά στην πραγματικότητα αντιγραμμένες από τις δυτικές οργανώσεις, οι οποίες είναι παράξενες για την Εκκλησία του Χριστού“.[3]
Ο κανονισμός οργανώσεως και λειτουργίας της Συνόδου της Κρήτης απολύτως απορρίπτει το συνοδικό χαρακτήρα της ίδιας της έννοιας της Συνόδου και της συνοδικότητας της Εκκλησίας. Ποτέ στην ιστορία της Εκκλησίας καμία Σύνοδος (ειδικά η Πανορθόδοξη), δεν τηρούσε τη μέθοδο με βάση την οποία θα οργανωθεί η Σύνοδος της Κρήτης, όπου καταστρέφεται το από το Θεό δεδομένο δικαίωμα ψήφου για τον κάθε ορθόδοξο επίσκοπο. Αντιθέτως, η κάθε αυτοκέφαλη Τοπική Εκκλησία θα έχει μόνο μια ψήφο. Αυτή η πρωτοφανής πράξη (αντίθετη προς τη συνοδική ταυτότητα της Εκκλησίας και την παραδοσιακή λειτουργία και την οργάνωση των εκκλησιαστικών Συνόδων), ξεσκεπάστηκε από την αμείλικτη, αλλά ορθόδοξη θεολογική κριτική του πατέρα Ιουστίνου με τα εξής λόγια: “Είναι καθόλου κατάλληλη και ορθόδοξη τέτοια “αντιπροσώπευση“ ή “αντιπροσωπεία“ των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις προηγούμενες πανορθόδοξες διασκέψεις της Ρόδου και Γενεύης; Οι δημιουργοί αυτής της αρχής “αντιπροσώπευσης“ της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις Συνόδους από την Κωνσταντινούπολη, καθώς κι αυτοί, οι οποίοι δέχονται τέτοια αρχή αντιπροσώπευσης (σύμφωνα με την οποία η συγκατάθεση ανήκει “στο σύστημα των Αυτοκέφαλων και Αυτόνομων Τοπικών Εκκλησιών“), ξέχασαν ότι η αρχή αυτή είναι, στην πραγματικότητα, αντίθετη προς τη συνοδική παράδοση της Ορθοδοξίας. Τέτοια αρχή “αντιπροσώπευσης“, δυστυχώς, δέχτηκαν σχεδόν όλοι οι άλλοι ορθόδοξοι εκπρόσωποι, επειδή σιωπηρά ή με προφορικές διαμαρτυρίες δέχτηκαν τέτοια αντιπροσώπευση, ξεχνώντας ταυτόχρονα ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά φύση και κατά αμετάβλητο δόγμα, είναι επισκοπική και επισκοποκεντρική. Επειδή: ο επίσκοπος με το πλήθος πιστών γύρω του είναι η εμφάνιση της Εκκλησίας ως Σώμα του Χριστού, ειδικά στη Θεία Λειτουργία. Η Εκκλησία είναι Αποστολική και Καθολική μόνο μέσω του επισκόπου, ο οποίος είναι το κεφάλι της πραγματικής εκκλησιαστικής κοινότητας (μιας Επαρχίας). Αλλά, οι άλλες στην ιστορία εμφανιζόμενες και μεταβλητές μορφές οργάνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας: μητροπολιτική, αρχιεπισκοπική, πατριαρχική, πενταρχική, αυτοκέφαλη, αυτόνομη κι άλλες, αν είχαν υπάρξει κι αν υπήρχαν, δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν την αποφασιστική σημαντικότητα εντός του συνοδικού συστήματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εξάλλου, οι μορφές αυτές μπορούν να είναι και τα εμπόδια για τη συνοδικότητα, αν εμποδίζουν και παραγκωνίζουν τον επισκοπικό χαρακτήρα και τη δομή της Εκκλησίας και των Εκκλησιών. Αναμφισβήτητα, εδώ ακριβώς έχουμε την κύρια διαφορά μεταξύ της παπικής και της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Ως εκ τούτου, πως μπορούν να αντιπροσωπεύονται με τον ίδιο αριθμό των εκπροσώπων (σύμφωνα με την αρχή “αντιπροσωπείας“), για παράδειγμα, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Τσεχίας κι η Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία? Ακόμη και περισσότερο: η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως? Πόσο ποίμνιο εκπροσωπείται από τους επισκόπους μιας και πόσο ποίμνιο από τους επισκόπους της άλλης Εκκλησίας? Πρόσφατα, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο χειροτονήθηκαν πολλοί επίσκοποι και μητροπολίτες, όλοι οι πλασματικοί κυρίως. Είναι πιθανό ότι γίνεται η προετοιμασία για την εξασφάλιση πλειοψηφίας τον ψήφων, προκειμένου να εκπληρωθούν οι παπικές φιλοδοξίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην επερχόμενη “Οικουμενική Σύνοδο“, μέσω της αύξησης των αξιωμάτων.“[4]
Αυτό απλοποιημένο σημαίνει ότι, μέσω της αναφερόμενης αρχής “μια Τοπική Εκκλησία – μια ψήφος“, και λίγοι ορθόδοξοι επίσκοποι οι οποίοι, με “προφορικές διαμαρτυρίες“ (καθώς λέει ο πατέρας Ιουστίνος) είναι εναντίον της οικουμενιστικής ουσίας της Συνόδου της Κρήτης, θα στερηθούν του δικαιώματος και της πιθανότητας ψήφου. Αντίθετα προς τέτοιες μην εκκλησιαστικές και μη συνοδικές μεθόδους λειτουργίας ως πνευματικό φάρμακο για τέτοια παράλειψη προτείνουμε την επιστροφή στις αληθώς συνοδικές, εκκλησιαστικές και παραδοσιακές αρχές, τις οποίες βρίσκουμε στην ιστορία σχετικά με τις μεθόδους οργάνωσης των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων – στις Οικουμενικές Συνόδους είχαν συμμετάσχει όλοι οι επίσκοποι, οι οποίοι είχαν μπορέσει να έρθουν, ενώ παραμένουν μόνο κάποιοι στις Τοπικές Εκκλησίες για να προσέχουν την εκκλησιαστική τους κατάσταση. Έξω από τέτοιες αρχές λειτουργίας, η Σύνοδος στερείται “της σοφίας από πάνω“, η σοφία η οποία προέρχεται από το συνοδικό νου της Εκκλησίας και την οποία μας δηλώνει ο Άγιος Ιουστίνος από τη μονή Τσέλιε με τα εξής λόγια: “Όλοι οι θησαυροί της θεϊκής σοφίας και του πνευματικού νου, βρίσκονται εντός του αγίου και συνοδικού νου της Εκκλησίας, με τον οποίο αποκτούμε “τη γνώση μυστηρίου του Θεού, του Πατέρα και του Χριστού“ (Κολ. 1,26; 2,23). Οι θησαυροί αυτοί είναι κρυμμένοι μέσα αυτό το νου (Κολ. 2,3), και αποκαλύπτονται μόνο σ’ αυτούς, οι οποίοι ζουν στην Εκκλησία ευσεβώς και συνοδικώς μαζί με όλους τους Αγίους (Εφ. 3,18-19)“.[5]
Όλα στην Εκκλησία, κι ειδικά η πραγματοποίηση της Πανορθόδοξης Συνόδου, πρέπει να γίνονται “ησυχάζοντας το νου μας μπροστά από το άγιο συνοδικό νου της Εκκλησίας.“[6] Συνεπώς, το κάθε βήμα της Εκκλησίας, ειδικά τόσο μεγάλο όπως είναι η Πανορθόδοξη Σύνοδος, πρέπει να γίνεται σύμφωνα με εκείνη την παράδοση και με εκείνη την πίστη, τις οποίες τηρούσαν όλοι οι Άγιοι πριν από εμάς. Γι’ αυτό, η συνοδικότητα της Εκκλησίας είναι βαθιά η μεταφυσική, μεταιστορική και διαχρονική έννοια. Έτσι, αυτό είναι το φάρμακο κι η διόρθωση του κακού δρόμου στον οποίο βρίσκεται η Σύνοδος της Κρήτης. Αυτό είναι η αληθινή συνοδικότητα – η ενότητα στη θρησκεία με όλους τους Αγίους, αλλά ποτέ και σε καμία περίπτωση η ενότητα με την ομάδα των ξιπασμένων εκκλησιαστικών προκαθημένων – οι οποίοι θα απομακρυνθούν ή έχουν ήδη απομακρυνθεί από τα Ορθόδοξα Δόγματα.
Ο πατέρας Ιουστίνος επιπλέον δηλώνει: “Η ερώτηση η οποία πρέπει και μπορεί να συζητηθεί σήμερα σε μια όντως Οικουμενική Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι η ερώτηση του οικουμενισμού. Η ερώτηση αυτή θα ήταν, στην πραγματικότητα, το εκκλησιολογικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα της Εκκλησίας ως ενός και μοναδικού θεανθρώπινου οργανισμού, ο όποιος μέσω του σύγχρονου οικουμενιστικού συγκρητισμού βρίσκεται υπό αμφισβήτηση“.
Από αυτή τη χρονική προοπτική, με πόνο σημειώνουμε ότι ο οικουμενισμός θα συζητηθεί στη Σύνοδο της Κρήτης, αλλά όχι με στόχο να καταδικαστεί αυτή η εχθρική προς την Εκκλησία αίρεση, η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση την Εκκλησία ως θεανθρώπινο οργανισμό, αλλά με στόχο να επιβεβαιωθεί και να επιβληθεί στην άμωμη νύφη του Χριστού – στην Εκκλησία. Αυτό δείχνει το πιο επίμαχο δογματικό έγγραφο το οποίο λήφθηκε στην Προσυνοδική Διάσκεψη εν Σαμπεζύ Γενεύης με τίτλο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον “. Το ίδιο το τίτλο του εγγράφου αυτού αναμφισβήτητα δείχνει το δικό του οικουμενιστικό, μην ορθόδοξο περιεχόμενο όπου αιρετικοί ονομάζονται χριστιανοί, ενώ οι ορθόδοξοι καλούνται, δια μέσου του σχετιστικού οικουμενιστικού “διαλόγου της αγάπης“, να δημιουργήσουν κάποιο δογματικό μινιμαλισμό και συμβιβασμό με τους αιρετικούς. Δημιουργώντας συγχρόνως κάποια νέα και μην ορθόδοξη πίστη, η οποία θα είναι η βάση αυτής “της ενωμένης Εκκλησίας“, ενωμένης με βάση το παπικό πρωτείο – αυτό αποτελεί τον τελικό στόχο του εν λόγω εγγράφου και της Συνόδου της Κρήτης. Ο οικουμενισμός, έτσι, είναι η δογματική βάση της Συνόδου αυτής, και διότι τέτοια βάση είναι αιρετική, κι η Σύνοδος εκ των προτέρων καθορίζεται και προσδιορίζεται ως αιρετική και ληστρική.
Ας θυμίσουμε τι έγραφε ο Άγιος Ιουστίνος από τη μονή Τσέλιε για τον οικουμενισμό και αναφερόμενο δογματικό μινιμαλισμό ως θεμέλιο για την ένωση των ορθοδόξων με τους αμετανόητους αιρετικούς: “Ο γυμνός ηθικός μινιμαλισμός κι ο ανθρωπιστικός ειρηνισμός του σύγχρονου οικουμενισμού κάνουν μόνο το εξής: αποκαλύπτουν τις δικές τους ξηρές ανθρωπιστικές ρίζες, τη δική τους κακή φιλοσοφία και την ανήμπορη ηθική “κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων“ (Κολ. 2,8). Και επιπλέον: αποκαλύπτουν την κρίση της δικής τους ανθρωπιστικής πίστης στην Αλήθεια και τη δική τους απάθεια του Δοκητισμού για την ιστορία της Εκκλησίας, για την αποστολική, συνοδική και θεανθρώπινη συνέχεια της Εκκλησίας στην Αλήθεια και στη Χάρη. Και η αποστολική και αγιοπατερική θεολογία και η σοφία αγγέλλουν την αλήθεια της θεανθρώπινης πίστης μέσω του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή: “Η πίστη είναι το θεμέλιο της ελπίδας και της αγάπης… Διότι η πίστη εξασφαλίζει τη βεβαιότητα για την ίδια την αλήθεια (Творен. Преп. Тедора Студита. том. 2. стр. 742. – С. Петербург, 1908.)“.
Ως συμπέρασμα της δικής του ανάλυσης των προσυνοδικών διασκέψεων της προγραμματισμένης Πανορθόδοξης Συνόδου, ο πατέρας Ιουστίνος προσθέτει: “Λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα αναφερόμενα γεγονότα παρακάτω, επώδυνα γνωρίζοντας αυτά και την κατάσταση στη συγχρόνη Σερβική Εκκλησία, καθώς και γενικά την κατάσταση στον κόσμο (η οποία δεν αλλάχτηκε καθόλου αφού έχω γράψει το πρώτο μου υπόμνημα προς την Ιερά Αρχιερατική Σύνοδο το Μάιο το 1971), η συνείδηση μου με υποχρεώνει να κάνω την έκκληση και την υιική κραυγή προς την Ιερά Αρχιερατική Σύνοδο της μαρτυρικής Σερβικής Εκκλησίας: η Σερβική μας Εκκλησία πρέπει να απόσχει από τη συμμετοχή στην προετοιμασία της λεγόμενης “Οικουμενικής Συνόδου“, και ειδικά από τη συμμετοχή στη λειτουργία της. Επειδή αν η Σύνοδος αυτή γίνει – Θεός φυλάξοι! – απ’ αυτή μπορούμε να αναμένουμε μόνο τα εξής: σχίσματα, αιρέσεις και θανάτους αμέτρητων ψυχών. Βλέποντας όλα αυτά με την προοπτική της αποστολικής, αγιοπατερικής και ιστορικής εμπειρίας της Εκκλησίας, τέτοια Σύνοδος αντί να θεραπεύσει τις ήδη παρούσες πληγές, θα δημιουργήσει νέες πληγές στο Σώμα της Εκκλησίας, καθώς και νέα προβλήματα και νέες δυστυχίες“.[7]
Οδυνηρά είναι ότι πριν από όλους, τη συμβουλή αυτή του πατέρα Ιουστίνου δεν τηρούν τα προηγούμενα πνευματικά του τέκνα (εκτός από τον Επίσκοπο Αρτέμιο), καθώς και δεν την τηρεί ολόκληρη η Σύνοδος των σερβικών επισκόπων. Για αυτό το λόγο, επαναλαμβάνουμε το μήνυμα για όλους τους ορθόδοξους ιεράρχες, πρωτίστως για τους ιεράρχες της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας: μην είστε κουφοί στα λόγια του πατέρα Ιουστίνου και σύμφωνα με τη συμβουλή του πρέπει να απόσχετε από τη συμμετοχή στη Σύνοδο της Κρήτης, η οποία δεν αποτελεί, κατά τον χαρακτήρα της, την ισχυροποίηση της Εκκλησίας στην αποστολική, πατερική, δογματική και κανονική παράδοση, αλλά τη “συνοδική“ προδοσία της πίστεως, στην οποία θα πάρουν μέρος όλοι οι οποίοι θα συμμετάσχουν στη Σύνοδο.
Γι’ αυτό, οι ήρεμες κι άναρθρες φωνές των εκπροσώπων και των επισκόπων κάποιων Τοπικών Εκκλησιών δεν υπόσχονται πολλά για την προστασία της Ορθοδοξίας στη Σύνοδο της Κρήτης. Παρ’ όλα αυτά, επαινούμε το πλήθος των ορθοδόξων, το οποίο εκφράζει τη δική του φωνή και το ενθαρρύνουμε. Ταυτοχρόνως προειδοποιούμε, ότι η επιθετική επιβολή του οικουμενισμού μέσω της εκκλησιαστικής εξουσίας (την εξουσία την οποίαν αποκτούσαν οι ιεράρχες-οικουμενιστές) απαιτεί πιο ισχυρή αντίδραση από την απλή ομολογία της πίστεως δια μέσου του γραψίματος και της ομιλίας, η ομολογία η οποία είναι επαινετική, αλλά δεν είναι αρκετή στα συμφραζόμενα του διωγμού των ορθοδόξων. Η ιερά κανονική παράδοση στο δικό της ΙΕ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως παρουσιάζει τον ειδικό “χώρο ελιγμού“,  καθώς και την έκκληση προς τους ορθόδοξους να κάνουν αντίσταση και αντίδραση πιο ισχυρά και πιο αποφασιστικά από γράψιμο και ομιλία – να διακόψουν τη λειτουργική και γραφειοκρατική κοινωνία με τους ιεράρχες παραπλανημένους στην αίρεση του οικουμενισμού. Επειδή είναι ειπωμένο ότι: “ἀλλ’ εἴπερ ἐκ ταύτης τινά τῆς ἐν τῇ πίστει τῶν Χριστιανῶν εὐαγεστάτης πηγῆς καθαράν ἀρύσασθαι διάνοιαν οὐκ ἠδύνατο διά τό τῆς τηλαυγοῦς ἀληθείας αὐτόν ἑαυτῷ τό φέγγος ἐκ τῆς οἰκείας ἐπισκοτήζειν τυφλώσεως…“.[8] Και σύμφωνα με τα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: “…κρείττων γάρ ἐμπαθοῦς ὁμονοίας ἡ ὑπέρ εὐσεβείας διάστασης“,[9] και στον ίδιο το λόγο με τίτλο “Ειρηνικός Α“’ ο Άγιος αυτός προσθέτει: “Καί μηδείς οἰέσθω με λέγειν, ὅτι πᾶσαν εἰρήνην άγαπητέον. οἴδα γάρ ὥσπερ στάσιν βελτίστην, οὕτω καί βλαβερωτάτην ὁμόνοιαν. ἀλλά τήν γε καλήν καί ἐπί καλῷ καί Θεῷ συνάπτουσαν“.[10] Εδώ θυμίζουμε πως μόνο με την ορθοδοξία μπορούμε να κερδίζουμε την ενότητα με το Θεό. Βεβαίως, όλα αυτά πρέπει να κάνουμε χωρίς σχισματικό κομματισμό και σκίσιμο της Εκκλησίας μέσω της δημιουργίας “νέων Εκκλησιών“ και χωρίς ηττοπαθή και μικρόψυχο φόβο από το γεγονός ότι αυτοί, οι οποίοι πάνε το ποίμνιο τους στο δρόμο της θανάσιμης αίρεσης, θα μας “καθαιρέσουν“, θα μας “αφορίσουν“, και θα μας ονομάζουν “σχισματικοί“. Πρέπει να είμαστε ενήμεροι για τη βαθιά θεολογική αλήθεια ότι η μάχη για τη διατήρηση της πίστεως είναι ταυτόχρονα η μάχη για την ενότητα της Εκκλησίας, διότι η ενότητα είναι πιθανή μόνο με βάση την Ορθοδοξία. Πρέπει να προστατεύουμε την πίστη όταν αυτή είναι απειλημένη, επειδή σύμφωνα με τα λόγια του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου: “… ό έπιμύσας τούς ὀφθαλμούς οἰκεῖον ἔχει τό σκότος“.[11] Δεν πρέπει να κλείσουμε τα μάτια μπροστά από την πικρή αλήθεια, κι η αλήθεια λέει ότι η πίστη είναι απειλημένη κι ότι είμαστε υποχρεωμένοι να την προστατεύουμε, ακολουθώντας τον πατερικό δρόμο που μας δόθηκε στον αναφερόμενο κανόνα, κι ο όποιος μας φυλάττει από τις ακρότητες. Διότι, η αναίδεια και η δειλία είναι εχθροί η μια στην άλλη, αλλά ταυτόχρονα και οι δύο είναι εχθροί της ευλογημένης και αξιέπαινης γενναιότητας[12] στην ομολογία της Ορθοδοξίας, με την οποία αποφεύγονται οι δύο εν λόγω ακρότητεςΓι’ αυτό, στη μάχη για τη διατήρηση της πίστεως, πρέπει να απορριφθεί καθώς η αναίδεια η οποία οδηγεί στο σχίσμα, ούτω και η δειλία η οποία οδηγεί στην αίρεση. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να ακολουθηθεί αυτός ο πολύ σαφής,  αδιαμφισβήτητος, αγιοπατερικός και κανονικός δρόμος του παραπάνω αναφερόμενου κανόνα, όχι “το δικό μας τρόπο σκέψης“. Για όλα αυτά, ο Άγιος Λέων Α΄ γράφει: “τί δ’ ἄν ἀδικώτερον εἰ του τά ἀσεβῆ φρονεῖν καί τοῖς εὖ φρονοῦσιν καί σοφωτέροις μή εἴκειν; εἰς τήν ἄνοιαν δέ ταύτην ἐμπίπτουσιν οἱ κατά τι μέν ἐμπόδιον ἀσαφείας γνῶναι τό ἀληθές κωλυόμενοι,  οὐκ ἐπί τάς προφητικάς δέ φωνάς, οὐκ ἐπί τάς τῶν ἀποστόλων γραφάς, οὐκ ἐπί τάς εὐαγγελικάς αὐθεντίας, ἀλλ’ ἐφ’ ἑαυτούς ἀνατρέχοντες καί διά τοῦτο διδάσκαλοι πλάνης ἀναδεικνύμενοι, ἐπειδή τῆς ἀληθείας μαθηταί μή γεγόνασιν“.[13]
Σε αυτούς, οι οποίοι με το αγιοπατερικό και ευλογημένο θάρρος έχουν ήδη διακόψει την κοινωνία με τους προκαθημένους (παραπλανημένους στην οικουμενιστική αίρεση), χωρίς ακρότητα του σχίσματος – δείχνουμε σεβασμό. Αλλά όχι μόνο εμείς δείχνουμε, αυτό κάνει και το πλήθος των Αγίων Πατέρων, η εμπειρία μάχης των οποίων με τους αιρετικούς και τις αιρέσεις μεταφέρθηκε στον αναφερόμενο παραπάνω ΙΕ΄ κανόνα. Οι Άγιοι Πατέρες, καθώς έδειξαν σ’ αυτόν τον κανόνα, δεν περίμεναν την επίσημη καταδίκη της αίρεσης και των αιρετικών, αλλά, οδηγημένοι με την ευφυή χριστιανική τους συνείδηση και με την προσήλωση στην καθαρότητα της πίστεως, έκαναν αντίσταση με όλες τις δυνάμεις τους, και με όλα τα ευαγγελικά και χριστιανικά μέσα προστάτευαν την Ορθοδοξία και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε αυτούς ψάλλουμε: Εις πολλά έτη!
Ο μεγάλος ανάμεσα στους μαχητές για την καθαρότητα της πίστεως, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, είπε ότι η αλήθεια “οὐδέ ὑπό τοῦ καιροῦ“[14] μπορεί να νικηθεί. Στο όνομα του, και στο όνομα όλων των μαχητών για την καθαρότητα της Ορθοδοξίας, από τα παλιά τα χρόνια λαμπρών στην Εκκλησία του Χριστού, το παράδειγμα των οποίων μας ενδυναμώνει, η διδαχή διδάσκει, και οι προσευχές δίνουν τα φτερά, στον εαυτό μας και σ’ όλους τους ορθόδοξους λέμε μαζί με τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο: “καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν“ (Α’ Ιω. 5,4). Κι εμείς, παραμένοντας σ’ αυτή την πίστη έχουμε ήδη νικήσει. Αμήν!
Οι προκαθήμενοι της προσευχόμενης, εκκλησιαστικής και λαϊκής Συνόδου στη Λοζνίτσα κοντά στο Τσατσάκ:
Ο σεβασμιώτατος Επίσκοπος Ράσκας-Πριζρένης στην εξορία     +Αρτέμιος
Ο σεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Σταροράσκας-Λόζνιτσας στην εξορία    +Νικόλαος
Ο σεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Νόβομπρδο-Πανονίας  στην εξορία         + Μάξιμος
Χριστός Ανέστη!
(μετέφρασε στα ελληνικά ο Μάρκο Πεϊκοβιτς)
——————————————————————————————
[1] Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, Ομιλία περί πίστεως.
[2] ό.π.
[3] Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, “Περί την μελετωμένην ‘Μεγάλην Σύνοδον’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησία στις 7 Μαΐου το 1977“.
[4] ό.π.
[5] Свети Јустин Ћелијски, Подвижничка, гносеолошка и еклисиолошка поглавља.
[6] ό.π.
[7] Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, “Περί την μελετωμένην ‘Μεγάλην Σύνοδον’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησία στις 7 Μαΐου το 1977“.
[8] Η επιστολή του Λέοντος Ρώμης προς τον Φλαβιανό.
[9] Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ο 6ος Λόγος, “Ειρηνικός Α“’.
[10] ό.π.
[11] Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, Κατά Σαβέλλιανῶν, καί ‘Αρείου, καί τῶν ‘Ανομοίων.
[12] ό.π.
[13] Η επιστολή του Λέοντος Ρώμης προς τον Φλαβιανό.
[14] Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ο 6ος Λόγος, “Ειρηνικός Α“’.