Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Μεσσηνίας Χρυσόστομος: "Εκκλησίες" οι αιρετικοί! "Αγύρτες" και "Χριστοκάπηλοι" οι Ορθόδοξοι"!


Σχόλιο Ιστολογίου Κατάνυξις: Mε μια άκρως επιθετική ρητορική, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, επιχειρεί να επιβάλλει για άλλη μια φορά τον οικουμενιστικό "πολιτισμό", σε δύο μέτωπα.

Από τη μία, σε διεθνές επίπεδο, υιοθετεί βιαστικά και απροσχημάτιστα τον "ιστορικό όρο εκκλησίες" για τους ετεροδόξους-αιρετικούς, που εισήχθη “αυταρχικώς” στο Κολυμπάρι, ενώ την ίδια στιγμή, γίνεται συγκλονιστικό παρασκήνιο υποσχέσεων και τρομοκρατίας, για να επιβληθεί ο όρος σε όλες τις Εκκλησίες, ακόμη και σε εκείνες που απείχαν.

Από την άλλη καταφέρεται με δεσποτική αυθεντία - παρρησία - αυταρχισμό, σε όσους αντιδρούν, με χαρακτηρισμούς όπως:  ψευδο-ορθοδόξοι, ἀμετανόητοι, ἰδιοτέλεις,  ἐγωϊστές, αγύρτες, θεομπαίχτες, πλανεμένοι καὶ χριστοκάπηλοι κ.α.
Η μαστοριά την τέχνης του “να έχεις πάντα δίκιο”, σε όλο το αρχιερατικό της μεγαλείο, αδιαφορώντας φυσικά για την αλήθεια. Παραθέτουμε στη συνέχεια τα δύο "αποκαλυπτικά" δημοσιεύματα:
1) Την εισήγησή του για το 5ο Ευρωπαϊκό Φόρουμ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, όπου γίνεται κατα-χρήση του όρου “εκκλησίες” για τους αιρετικούς και
2) Την “εγκύκλιο-καταπέλτη”, όπου κοινούς απατεώνες του ποινικού δικαίου, τους εξισώνει με όσους αντιδρούν για θέματα πίστεως ή αιρέσεως.
Ο πιστός λαός, δεν τρώει κουτόχορτο πια. Επιτέλους, να παίρνετε ένας ένας, ξεκάθαρη θέση απέναντι στην παναίρεση του Οικουμενισμού.
Οι χριστιανικές Εκκλησίες έναντι του φαινομένου της βίας

Του μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου*,
Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ο κύκλος αίματος της βίας και της επιθετικότητας καλύπτει πλέον τον παγκόσμιο κοινωνικό ιστό και συγχρόνως υπονομεύει την αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή. Παράλληλα, εξαιτίας της ανασφάλειας, δημιουργούνται καταστάσεις ακραίων αντιδράσεων και ενεργειών, οι οποίες επίσης οδηγούν σε ανάλογα αποτελέσματα.

Ο άνθρωπος καθημερινά έρχεται αντιμέτωπος με το φαινόμενο της βίας και έκπληκτος μπροστά στην ωμότητα, διερωτάται εύλογα: Σε τι οφείλεται αυτό το καταστροφικό φαινόμενο, με τον τυφλό και αδυσώπητο δυναμισμό, το οποίο σκορπά τον θάνατο, την απώλεια και την καταστροφή; Τι είναι αυτό το οποίο γεννά τη βία, την θεμελιώνει ανύποπτα και αλλοτριωτικά στον άνθρωπο και την καθιστά δύναμη καταστροφική για την κοινωνία;
Οι απαντήσεις και οι ερμηνείες που έχουν δοθεί κατά καιρούς είναι διάφορες (ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, θρησκευτικές), όλες όμως έχουν μία κοινή αφετηρία και βάση. Αιτία είναι ο τρόπος έκφρασης και έκφανσης μιας επιθετικότητας, η οποία υποκινείται από μία απάτη ιδεολογική, κοινωνική ή θρησκευτική και δημιουργείται με την ύπαρξη ή τη δημιουργία ενός κινδύνου (υπαρκτού ή ανύπαρκτου), εξαιτίας του οποίου προκαλείται συσπείρωση, εσωστρέφεια, συντηρητισμός και ατομισμός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η βία, τόσο ως πράξη (δράση-αντίδραση), όσο και ως ιδεολογία να οδηγεί σε ενέργειες τέτοιες, οι οποίες επιδιώκουν την αποκλειστική επιβίωση του ατόμου ή μιας ομάδας έναντι όλων των άλλων, ενώ την υποστήριξη σε κάθε μορφή βίας μπορεί να προσφέρει το αντίστοιχο ιδεολογικό ή ιδεοληπτικό υπόβαθρο, με το οποίο αξιοποιείται επίσης η άγνοια, ο φόβος και ο παρορμητισμός.
Μέσα από αυτήν τη διαδικασία καταλυτικά και αποφασιστικά λειτουργεί και η εκμετάλλευση της θρησκευτικότητας ως μίας μορφής ιδεολογίας, η οποία γεννά το αντίστοιχο φαινόμενο της θρησκευτικής βίας και η οποία τις περισσότερες φορές εκδηλώνεται ως μερική ή καθολική απαξίωση προς την ανθρώπινη ζωή, ενώ παράλληλα λαμβάνει και διαστάσεις μεταφυσικής προσδοκίας και επιδίωξης.
Πέραν όμως όλων αυτών των ψυχολογικών ή κοινωνιολογικών ερμηνειών ή προσεγγίσεων και των καταβολών της βίας, στη θρησκευτική βία ιδιαίτερα εκείνο το οποίο συμβάλλει στην υποκίνησή της, έμμεσα ή άμεσα, είναι η πρόκληση από διάφορα κυκλώματα εξουσίας τεχνητών μορφών κοινωνικού αποκλεισμού και απομόνωσης. Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής είναι αφενός να διαχέεται ο φόβος, ο πανικός και η αβεβαιότητα και αφετέρου να δημιουργούνται «κιβωτοί» σωτηρίας για τους εκλεκτούς μιας συγκεκριμένης θρησκείας ή θρησκευτικής κοινότητας, ενώ η αβεβαιότητα, ο φόβος και ο πανικός διαταράσσουν την ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων ή ομάδων και προκαλούν παράλληλα και άλλα οφέλη, κυρίως οικονομικά και επενδυτικά. Είναι γνωστό ότι η ειρηνική συνύπαρξη των λαών δεν παράγει οικονομικά κέρδη και οικονομικά υποπροϊόντα, ενώ οι συγκρούσεις και οι πολεμικές συρράξεις αυξάνουν τον ανταγωνισμό, αφού απαιτούν εξοπλισμό και ζητούν νέα συστήματα ασφαλείας περισσότερο ακριβή αλλά και κοστοβόρα.
Ετσι λοιπόν στο όνομα μιας θρησκείας η βία έξωθεν μεν ενισχύεται από διάφορους παράγοντες, για λόγους οικονομικούς και πολιτικούς, έσωθεν δε καλλιεργείται ιδεολογικά με την παρανόηση του ρόλου και του σκοπού της θρησκείας ως αλήθειας και με την στανική τάση επιστροφής σε βιώματα του παρελθόντος, τα οποία οδηγούν σε μία οπισθοδρόμηση χωρίς προοπτική μέλλοντος, σε έναν δηλαδή δογματικό συντηρητισμό, σε μία τυπολατρία, σε έναν απομονωτισμό, σε μία εσωστρέφεια και στην απολυτότητα του μερικού, το οποίο συνθλίβει κάθε τι το διαφορετικό. Η επιβολή διά της βίας ενός συγκεκριμένου κοινωνικού μοντέλου και τρόπου ζωής μιας ομάδας, ενός δηλαδή μέρους της κοινωνίας στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, με εκφάνσεις φανατισμού και μισαλλοδοξίας, απαιτεί επιπλέον και την θρησκοληπτική θεμελίωση της θρησκείας ως μαγείας, τον απόλυτο πουριτανισμό, τον συντηρητισμό, τον προσηλυτισμό, τη θεοκρατία και τον επεκτατισμό, ένα δηλαδή θρησκευτικό μόρφωμα, στο οποίο ο άνθρωπος, με όλες του τις εκφάνσεις και λειτουργίες, αποτελεί μέρος και όργανό του, ενώ έχει απολέσει την ελευθερία του και την αυτοδιάθεσή του.
Και προβάλλει το ερώτημα: Τι μπορούν να απαντήσουν οι χριστιανικές Εκκλησίες σε αυτό το όλο και διογκούμενο φαινόμενο της βίας, το οποίο έχει λάβει πλέον παγκόσμιες διαστάσεις;
Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν το φαινόμενο με μία σύγχυση. Με μία πασιφανή έλλειψη ωριμότητας προς αντιμετώπιση του ζητήματος συνολικά, ενώ τους διαφεύγει ότι εξαιτίας της πολυπλοκότητάς του δεν μπορεί να υπάρξει μονομερής αντιμετώπιση αλλά απαιτείται μία συντονισμένη και σύνολη προσπάθεια μέσα από την παιδεία, την οικονομία και την κοινωνία (προσπάθεια επίλυσης προβλημάτων φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού, αδικίας, καταδίωξης).
Τα δύο τελευταία (οικονομία και κοινωνία) εναπόκεινται στους ώμους του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου. Το πρώτο, η παιδεία, απαιτεί την προσφορά και τη δράση των χριστιανικών Εκκλησιών, και μάλιστα με έναν τρόπο διαλεκτικό, όπου θα νοηματοδοθεί η αλήθεια ως γεγονός ύπαρξης και ζωής και όχι ως ιδεολογία ώστε να αναδειχθεί με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της ζωής στην κοινωνία, μέσα στο χώρο και τον χρόνο, επιβεβαιώνοντας συγχρόνως το πραγματικό και ουσιαστικό νόημά της ως αλήθειας, η οποία κατανοείται μόνο μέσα από τη συμβίωση, τη συνύπαρξη, την αλληλοπεριχώρηση και τη συγχωρητικότητα.
Συνεπώς ως πρώτο μέλημα των χριστιανικών Εκκλησιών θα πρέπει να είναι το διαλεκτικό άνοιγμα προς τις άλλες θρησκείες, όχι με αφορισμούς ή με αποκλεισμούς, αλλά ως μία προσπάθεια φανέρωσης του πραγματικού νοήματος της αλήθειας της πίστης για την ίδια τη ζωή και την προοπτική της και οπωσδήποτε μακράν κάθε άλλης έννοιας ιδεολογικού δογματισμού, ο οποίος επίσης μπορεί και αυτός να οδηγήσει σε πολώσεις και αποκλεισμούς.
Με όλα τα προηγούμενα που ανέφερα και περιέγραψα αυτό ήθελα ακριβώς να τονίσω, ότι δηλαδή ο τρόπος με τον οποίον κάθε θρησκεία αντιλαμβάνεται την αλήθεια της πίστης που εκφράζει και διδάσκει, όχι μόνο στο επίπεδο της γνώσης αλλά κυρίως στο επίπεδο της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης και κοινωνίας, είναι δυνατόν να συμβάλει είτε στην απάλειψη της βίας είτε στην ενδυνάμωσή της.
Αφετηριακή βάση αποτελούν οι αξιωματικές αρχές ότι ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ βίας και χριστιανικής Εκκλησίας και ότι ουδεμία μορφή βίας είναι αποδεκτή από τις χριστιανικές Εκκλησίες. Εκκλησία και βία αποτελούν δύο στοιχεία εκ διαμέτρου αντίθετα και ασύμπτωτα, τα οποία όχι μόνο είναι αλληλοαποκλειόμενα αλλά και κατ’ ουσίαν ξένα και αλλότρια. Αλλωστε κανένα έγκλημα δεν μπορεί να διαπράττεται «εν ονόματι» του Θεού ή για τον Θεό.
Με διάθεση θετικής προσέγγισης θα πρέπει να προσπαθήσουν οι χριστιανικές Εκκλησίες να υποδείξουμε έμπρακτα και υπαρξιακά ένα άλλο μοντέλο και τρόπο ζωής, το οποίο θα σχετίζεται άμεσα με τον σκοπό και την προοπτική της ζωής και το οποίο θα αποτελεί τον κατεξοχήν τρόπο έκφρασης της ίδιας της χριστιανικής αλήθειας της πίστης.

* Ομιλία - εισήγηση στην ιταλική γλώσσα του μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, εκπροσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος στο 5ο Ευρωπαϊκό Φόρουμ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, με θέμα: «Η Ευρώπη αντιμέτωπη με το φόβο της τρομοκρατίας, που προκαλείται από τον φονταμενταλισμό και η αξία του ανθρώπου και η θρησκευτική ελευθερία». Η συνάντηση πραγματοποιείται στο Παρίσι 9 - 12 Ιανουαρίου.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που προωθείται από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Επισκοπικών Συνελεύσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μαζί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με τη συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ευρώπης. Οι συμμετέχοντες συζητούν τα εξής θέματα: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη θρησκευτική ελευθερία, τη βία, τη θρησκευτική μισαλλοδοξία, τις διακρίσεις και διώξεις, τον φονταμενταλισμό, την τρομοκρατία σήμερα και τη συμβολή της Εκκλησίας στον χειρισμό των συγκρούσεων, στην προώθηση του κοινού καλού και στην αλληλεγγύη. Η συνάντηση ολοκληρώνεται σήμερα, με την έγκριση τελικού μηνύματος από τους συμμετέχοντες.

(σσ. ο τονισμός της Κατάνυξης)
Εγκύκλιος-καταπέλτης του Μητροπολίτη Μεσσηνίας κατά «ψευδο-παπάδων» και «αποτειχισμένων ψευδο-Ορθοδόξων»
Πρὸς
Τοὺς Πανοσιολογιωτάτους καὶ Αἰδεσιμωτάτους
Ἐφημερίους τῶν Ἐνοριακῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ τὸ Πλήρωμα
τῆς καθ’ Ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καὶ εὐλαβεῖς Χριστιανοί,
Τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, στοὺς ὁποίους παρουσιάζεται μία τάξις ἱεραρχική, ὅπου κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας δὲν κινεῖται ἀνεξάρτητα καὶ ἀνεξέλεγκτα, ἀλλὰ δίδει λογαριασμὸ καὶ ἔχει τὴν ἀναφορά του, ὁ Ἐπίσκοπος στὴν Ἱερὰ Σύνοδο, οἱ Κληρικοὶ στὸν Ἐπίσκοπο τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Λαϊκοὶ στοὺς Ἱερεῖς Ἐφημερίους.
Δυστυχῶς ὅμως, κάποια μέλη τῆς Ἐκκλησίας περιφρονοῦν τὴν κανονικὴ αὐτὴ τάξη καὶ ἐπιδιώκουν νὰ κινοῦνται αὐτόνομα, ἀνεξάρτητα καὶ ἀνεξέλεγκτα, δίχως νὰ τηροῦν τὴν ἱεραρχία ποὺ προαναφέραμε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλοῦν στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας σχίσματα, ἀκόμη καὶ αἱρέσεις.
Εἰδικότερα:
α) Στὴν Τοπική μας Ἐκκλησία, κυκλοφοροῦν συχνὰ ρασοφόροι ἀκόμη καὶ λαϊκοί, μοναχοὶ ἢ καὶ μὴ μοναχοί (δηλαδὴ ψευδοκληρικοὶ καὶ ψευδομοναχοί), οἱ ὁποῖοι ἀφενὸς μὲν παραθεωροῦν τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Μεσσηνίας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι εἶναι «ψυχοσωτῆρες» γυρνοῦν ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιοχή, αὐτοχαρα κτηριζόμενοι προφῆτες, φωτισμένοι καὶ χαρισματοῦχοι, χωρὶς νὰ εἶναι πραγματικοὶ καὶ κανονικοὶ ἱερεῖς, δηλαδὴ χειροτονημένοι ἀπὸ κανονικὸ Ἐπίσκοπο καὶ χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ Ἐπισκόπου σας, τοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, τελοῦν τὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἐξαπατοῦν τοὺς πιστοὺς μὲ ἀνύπαρκτες καὶ ἀνυπόστατες θαυματομαγγανεῖες, ὁράματα, ἐξορκισμούς, ὀργανώνουν δῆθεν πνευματικὲς συναντήσεις σὲ διάφορα σπίτια καὶ κάποιες φορὲς τελοῦν καὶ τὴ Θεία Εὐχαριστία. Καθιστοῦν δηλαδὴ τὰ σπίτια διαφόρων ἀφελῶν χριστιανῶν, σὲ μόνιμο ἐργαστήριο ἐξορκισμῶν, σὲ βιομηχανία θαυμάτων, ὁραμάτων καὶ δῆθεν ὑπερφυσικῶν καταστάσεων καὶ τελικὰ αὐτοανακηρύσσονται καὶ αὐτοδιαφημίζονται ὡς ἅγιοι καὶ πνευματικοὶ γεροντάδες.
Ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα αὐτὰ, δηλαδὴ τὶς ἀντικανονικὲς ἐνέργειες ποὺ διαπράττουν, μὲ τὸν τρόπο τὸν ὁποῖον ἐργάζονται δημιουργοῦν πνευματικά, ψυχολογικὰ καὶ ψυχικὰ θύματα. Ὅταν δηλαδὴ προφητεύουν, ὡς ἄλλοι ψευδοπροφῆτες, γεγονότα τὰ ὁποῖα θὰ συμβοῦν δῆθεν στοὺς ἀνθρώπους ἢ στοὺς οἰκογενεῖς τους, διασπείρουν εὐφάνταστα τρομοκρατικὰ συναισθήματα μὲ ὀδυνηρὲς συνέπειες.
Ἐπίσης, μέσω διαφόρων ἁπλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀνθρώπων, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀπλότητα, ἀφέλεια καὶ ἀγαθότητα αὐτῶν, διαφημίζουν τὶς δῆθεν ἀρετές τους, τὶς ἠθικὲς κατακτήσεις τους, τὰ ἰδιαίτερα χαρίσματα καὶ τὶς θεραπευτικὲς ἰδιότητες ποὺ κατέχουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργοῦν ὄχι μόνο ὁπαδοὺς ἀλλὰ καὶ νὰ ἐγκλωβίζουν κάποιους ἀπὸ τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀκροατές τους στὰ δύχτια τῶν ἐπιδιώξεών τους, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλες ἀπὸ τὸ νὰ μαζεύουν χρήματα, νὰ ζοῦν εἰς βάρος τῶν συνανθρώπων τους καὶ νὰ πορίζονται ἀγαθά, ἀκόμη καὶ νὰ ὑποκλέπτουν περιουσίες, κινητὲς καὶ ἀκίνητες.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴ καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθελημένα ἢ ἀθέλητα, τὰ ὑποτιθέμενα δηλαδὴ πνευματικὰ παιδιά τους, οἱ ὁποῖοι ὡς τυφλοὶ καὶ φανατισμένοι ὁπαδοὶ ἀναλαμβάνουν τὴ διαφήμησή τους μέσω ἐντύπων, διαδικτύου, δημοσίων σχέσεων καὶ ἄλλων συγχρόνων μέσων ἐπικοινωνίας, προπαγανδίζοντας ὑπὲρ αὐτῶν καὶ προβάλλοντας ὅλα τὰ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα τῶν ἐν λόγω γεροντάδων καὶ πνευματικῶν, οἱ ὁποῖοι προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν τοὺς σκοπούς των καὶ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὰ ἰδιαίτερα χαρίσματά τους, κατασυκοφαντοῦν τὸν Ἐπίσκοπο καὶ τοὺς Ἱερεῖς. Καὶ τὸ πράττουν αὐτὸ ἀφενὸς μὲν γιὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν εἶναι «ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων», ἀφετέρου δὲ γιὰ νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἀπομονώνουν τοὺς ὁπαδούς τους, ὥστε ἀδέσμευτοι καὶ ἀνεξέλεγκτοι νὰ μποροῦν νὰ τοὺς ἐκμεταλλεύονται μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσο.
β) Στὰ ὅρια τῆς Τοπικῆς μας Ἐκκλησίας κυκλοφορεῖ ἐπίσης ἀπὸ κάποιους αὐτοαποκαλούμενους «Ὀρθοδόξους Χριστιανούς», ἔντυπο πρὸς ὑπογραφὴν μὲ τὸν τίτλο, «Ὁμολογία Πίστεως», τὸ ὁποῖο προτρέπουν ἀνυποψίαστους Ὀρθοδόξους πιστοὺς νὰ τὸ ὑπογράψουν μὲ σκοπὸ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀντίθεσή τους στὶς Ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι στὴ Σύνοδο αὐτὴ ἀποφασίστηκαν αἱρετικὲς ἀπόψεις καὶ ἀντιλήψεις.
Αὐτοὶ οἱ ἐκκλησιαστικὰ ἀκέφαλοι κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὴν παραπάνω «Ὁμολογία Πίστεως» ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ γίνονται ὑπογραφοσυλλέκτες τους, ξεχνοῦν ὅτι τὴν Ὀρθοδοξία ἢ τὴν αἵρεση, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τὴν ἀποφασίζει καὶ τὴν διαπιστώνει ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπίσκόπων κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι μεμονωμένες ὁμάδες κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξ αἰτίας τῆς στάσεώς τους αὐτῆς ἔναντι τῆς Κανονικῆς Ἐκκλησίας, δέν γίνονται μόνον σχισματικοὶ ἢ ἀποτειχισμένοι, ἀλλὰ καὶ ἐγκλωβίζονται στὰ πλοκάμια μιᾶς ἀσυνείδητης ἢ καὶ ἐνσυνείδητης αἵρεσης.
Κατὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, αἱρετικὸς εἶναι μὲν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρεσβεύει καὶ διδάσκει διαφορετικὴ πίστη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη ἀλλὰ καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ μιὰ νέα ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα, μιὰ δική του ἀντίληψη περὶ Ἐκκλησίας «λαϊκοῦ ἢ πρεσβυτεριανοῦ τύπου», χωρὶς δηλαδὴ τὸν Ἐπίσκοπο.
Ἐπίσης θὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ Ἀποφάσεις κάθε Συνόδου, ὅπως καὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι προϊὸν ἀριθμοῦ ὑπογραφῶν, κι᾿ αὐτὸ γιατὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ ὁπαδοὺς καὶ ἰδεολογίες, ὅπως τὰ διάφορα σωματεῖα καὶ οἱ σέκτες, ἀλλὰ βρίσκεται σὲ ἀναφορὰ πρὸς τὴν κανονικότητα, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται καὶ διαφυλάσσεται μὲ βάση τὴν ἱεραρχικὴ καὶ κανονικὴ τάξη (Ἱερὰ Σύνοδος - Ἐπίσκοποι - Ἱερεῖς), στὴν ἴδια τὴν ζωὴ τῆς Κανονικῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ καθένας μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν ἱεραρχικὴ καὶ κανονικὴ τάξη διακονεῖ τὸ ἴδιο Σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐκφράζει τὴν ἴδια πίστη καὶ τὸ ἴδιο Βάπτισμα, ὅπως ἐκφραστικὰ τὸ περιγράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Ἐφ. 4, 5).
Ὅταν τὰ μέλη τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀκολουθοῦν τὴν ἀνωτέρω ἱεροκανονικὴ τάξη, τότε δημιουργοῦν, μὲ πρόφαση τὸν ὑπέρμετρο ζῆλο τους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, δυσλειτουργία στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀποσχίζονται αὐτονομοῦνται, ἀποτειχίζονται καὶ τελικὰ δημιουργοῦν παθολογικὲς καταστάσεις.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ αὐτονομοῦνται ἀπὸ τὸ κανονικὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν δημιουργοῦν αἵρεση, ὡς συνεπακόλουθο τοῦ σχίσματος, ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ τελικὰ ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ ἐνῷ αὐτοαποκαλοῦνται Ὀρθόδοξοι, βρίσκονται ἀποκομμένοι, ἀνεξάρτητοι καὶ αὐτοπεριορισμένοι στὴν ἰδεολογική τους πλάνη.
Ἡ συλλογὴ τέλος τῶν ὑπογραφῶν, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική τους συνείδηση εἶναι ἀμβλυμένη καὶ προσπαθοῦν μὲ μέσα κοσμικοῦ σωματειακοῦ τύπου, νὰ ἐπιβάλλουν πρωτίστως στοὺς ὁπαδούς τους καὶ ὕστερα στοὺς ἀδαεῖς καὶ ἀνυποψίαστους τὶς ἀπόψεις τους ἐνῷ παράλληλα ἀναζητοῦν στηρίγματα κοσμικοῦ τύπου στὴν ἀδύναμη ἐπιχειρηματολογία τους.
Μὲ ὅλους αὐτοὺς Ἀγαπητοί μου, τοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ τοὺς δῆθεν χαρισματούχουςπλανεμένους καὶ ἀποτειχισμένους ψευδο-ορθοδόξους, κάθε συζήτηση μαζί τους ἀποβαίνει μάταιη, ἐπειδὴ ὅλοι τους εἶναι ἀμετανόητοι ἐνῷ ἐξυπηρετοῦν σκοποὺς ἄλλων ἀλλὰ κυρίως τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὸν ἐγωϊσμό τους.
Εἶναι «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» καὶ οὐδέποτε πρόκειται νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐνταχθοῦν στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κανονικῆς τάξεως, ἐπειδὴ θεωροῦν ὅτι εἶναι οἱ «σωτῆρες» τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Διακατέχονται καὶ προσωποποιοῦν ἕνα ἑωσφορικὸ ἐγωϊσμό, καὶ ἱκανοποιοῦν τὴν ὀρθοδοξολαγνεία, τους ὑπηρετῶντας ἄλλες σκοπιμότητες καὶ ἐπιδιώξεις, ξένες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρεσβεύει καὶ οἱ ἅγιοί Της ὑπηρέτησαν, δίδαξαν καὶ ἐξέφρασαν.
Ὡς Ἐπίσκοπός σας, προτρέπω ὅλους ἀνεξαιρέτως νὰ μὴν ἐμπιστεύεσθε τὸν κάθε ἀγύρτη καὶ θεομπαίχτη ρασοφόρο, ὁ ὁποῖος ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ προσπαθεῖ νὰ σᾶς συγκινήσει μὲ τὸ ὕφος του, τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνισή του, τὴν ὑποκριτικὴ συμπεριφορά του καὶ τὴν δῆθεν μαχητικότητά του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ ἐκμεταλλεύεται ἢ καὶ νὰ ἐπικαλεῖται τὴν ἁγιορειτικὴ καταγωγή του καὶ νὰ ξεγελάει τοὺς εὔπιστους καὶ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πέφτουν ὡς θύματα στὰ δίχτυα του. Οὔτε νὰ διαβάζετε τὰ δικά τους προπαγανδιστικὰ ἔντυπα.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ Σᾶς, παρακαλῶ ὅλους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, νὰ μὴν παρασύρεσθε ἀπὸ κάθε πλανεμένο καὶ χριστοκάπηλο, καὶ νὰ δείχνετε ἐμπιστοσύνη στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ στὸν Ἐπίσκοπό σας, νὰ συμβουλεύεσθε αὐτὸν καὶ τοὺς κληρικοὺς ἐφημερίους τῶν ἐνοριῶν σας, καὶ νὰ μὴν ἐνθουσιάζεσθε ἀπὸ κάθε τὶ τὸ διαφορετικόμυστικιστικὸ καὶ δῆθεν μαχητικὸ ὑπὲρ τῆς ἀμωμήτου πίστης, ἀλλὰ νὰ ἔχετε κρίση καὶ διάκριση, γιατὶ ὅπως μᾶς διδάσκει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης «μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον» (Α΄ Ἰω. 4,1).
Μὲ πατρικὲς εὐχὲς καὶ εὐλογίες
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ