Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Η οικουμενιστική “Σύνοδος“ της Κρήτης

Η επίσημη στάση της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία για τη ληστρική "Σύνοδο"  της Κρήτης

Ο σεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Νόβομπρδο-Πανονίας Μάξιμος έδωσε διάλεξη με θέμα “Η οικουμενιστική ‘Σύνοδος’ της Κρήτης“ στη Συνάθροιση του Επισκόπου, των Χωρεπισκόπων και των Ηγουμένων της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία (η Εκκλησία της Σερβίας) στο μοναστήρι του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (στο Μπαράγιεβο) στις 25 Νοεμβρίου το 2016. Με την ευκαιρία αυτή, όλοι παρόντες ομοφώνως αποδέχτηκαν την αναφερόμενη διάλεξη ως κοινή και επίσημη στάση ολόκληρης της Επαρχίας για τη ληστρική Σύνοδο της Κρήτης.
Η οικουμενιστική ‘Σύνοδος’ της Κρήτης
Η κύρια επίθεση της σύγχρονης οικουμενιστικής αίρεσης και των οπαδών του οικουμενισμού κατευθύνεται προς την ορθόδοξη διδασκαλία για την Εκκλησία, δηλαδή προς την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Τέτοια επίθεση κυρίως παραβιάζει την ορθόδοξη συνοδικότητα ως ένα από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της Εκκλησίας, δηλαδή την ενότητα της Εκκλησίας στο Χριστό μέσω της ενότητας στην Ορθόδοξη Πίστη.
Οπαδοί της οικουμενιστικής αίρεσης αυτό το κάνουν με δύο τρόπους:
Πρώτον – με τη μη ορθόδοξη ερμηνεία των λόγων της Αγίας Γραφής από την Αρχιερατική Προσευχή του Σωτήρα Χριστού: “ἵνα πάντες ἓν ὦσιν“ (Ἰω. 17, 21). Οπαδοί της οικουμενιστικής αίρεσης (οικουμενιστές) ερμηνεύουν τα λόγια αυτά ως πρόσκληση για ενότητα όλων των λεγόμενων χριστιανών, δηλαδή για ενότητα των ορθοδόξων χριστιανών με όλους τους σημερινούς αιρετικούς, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση προς αυτούς να μετανοήσουν και να απορρίψουν τις δικές τους αιρέσεις. Με αυτόν τον τρόπο, κανένας από τους Αγίους Πατέρες ποτέ δεν έχει ερμηνεύσει το απόσπασμα αυτό από την Αγία Γραφή.
Δεύτερον – με τη γραφειοκρατική κατανόηση και την τυραννική εφαρμογή της εκκλησιαστικής εξουσίας από την πλευρά των μολυσμένων εκκλησιαστικών ιεραρχών με την αίρεση αυτή, μέσω της μη ποιμαντικής και μη συνοδικής επιβολής της αυθαιρεσίας τους (η επιβολή των προσωπικών οικουμενιστικών φιλοδοξιών, των οικουμενιστικών προσηλώσεων και των οικουμενιστικών στάσεων).
Αν ενωθούν αυτές οι δύο αρχές της οικουμενιστικής πράξης εναντίον της Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Πίστης, εμφανίζονται τα συμβάντα όπως είναι η “Σύνοδος“ της Κρήτης. Στην έναρξη της διάλεξης, ισχυριζόμαστε ότι στα συμφραζόμενα της συνεδρίασης αυτής στην Κρήτη, η λέξη “Σύνοδος“ χρησιμοποιείται μόνο ως τεχνικός όρος (terminus technicus), και κυρίως με εισαγωγικά, επειδή δεν μπορούμε να συνδέσουμε τη λέξη αυτή (σε ολόκληρη την ορθόδοξη έννοια της) με τη συνεδρίαση στην Κρήτη. Υπάρχουν πολλές αμφισβητήσεις και πολλές ασυνέπειες, καθώς κι υπάρχει πολλή μη συνοδικότητα, πολλή μην ορθοδοξία, πολλή κακία, πολλή μη σοβαρότητα σε σχέση με την προετοιμασία και την οργάνωση της “Συνόδου“ αυτής, ότι χρειάζεται να γραφτεί ένα ολόκληρο βιβλίο, ακόμη και χρειάζονται πολλοί τόμοι του βιβλίου, ώστε να αναφερθούν, να αναλυθούν και να εξηγηθούν όλα τα ελαττώματα του συμβάντος αυτού. Είναι δύσκολο να βρεθούν η έναρξη και το τέλος ενός ωκεανού, γεμάτου από αιρέσεις, ψεύτικη διδασκαλία, πλάνες, και παρεκκλίσεις από την Ορθοδοξία, στον ωκεανό στον οποίο (σαν σε κινούμενη άμμο) η “Σύνοδος“ της Κρήτης παρέσυρε τους μετέχοντες της και παρασύρει όλους αυτούς, οι οποίοι αφελώς αποδέχονται τις προδοτικές της αποφάσεις.
Πρωτίστως, είναι αξιοσημείωτη η ανακοίνωση του συμβάντος αυτού με τα λόγια “η Πανορθόδοξη Σύνοδος“, ακόμη και “η Οικουμενική Σύνοδος“, ενώ στην ίδια την έναρξη της συνάντησης αυτής, η ευφορία αυτή ξεκίνησε να κοπάζει (εξαιτίας της ατελούς συμμετοχής των αντιπροσώπων των Τοπικών Εκκλησιών), και μετά τη “Σύνοδο“ η ευφορία αυτή εντελώς χάθηκε. Έτσι, από την πομπώδη “Πανορθόδοξη“ και “Οικουμενική“ Σύνοδο παρέμεινε μόνο αυτή “η Σύνοδος της Κρήτης“. Η συμπεριφορά των μετεχόντων στη συνεδρίαση της Κρήτης, από τη χρονική αυτή προοπτική δείχνει ότι όλοι αυτοί θέλουν να ξεχαστεί η “Σύνοδος“ αυτή, όσο δυνατόν πιο γρήγορα, ως μια αποτυχημένη προσπάθεια επιβολής της αίρεσης του οικουμενισμού και ως ακόμη πιο αποτυχημένη απόπειρα του ξιπασμένου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου να επιβάλει την παπική του εξουσία. Είναι φανερό ότι υπάρχει η επιθυμία των οργανωτών της “Συνόδου“ της Κρήτης να ξεχαστεί η μάταιη διοργάνωση της συνεδρίασης αυτής, αλλά ασφαλώς να μην ξεχαστούν οι αποφάσεις οι οποίες παρουσιάστηκαν και ελήφθησαν σ’ αυτή.
Αν κι όλες οι προπαρασκευαστικές συναντήσεις και οι διασκέψεις από τη Ρόδο το 1961 ως τη Γενεύη το 2016 ήτανε η κατασκευή δρόμου για την οικουμενιστική αίρεση (και βέβαια ήταν), τότε η οικουμενιστική “Σύνοδος“ της Κρήτης αποτελεί την κορυφή αυτής της κακής πράξης των πατριαρχών και των επισκόπων οι οποίοι είναι δούλοι και υπηρέτες της οικουμενιστικής ψευδαίσθησης.
Η Επαρχία μας δημοσίευσε τη δική της παραδοσιακή και ορθόδοξη στάση σχετικά με τη συνεδρίαση στην Κρήτη στο φετινό συνοδικό Μήνυμα της προσευχόμενης, εκκλησιαστικής και λαϊκής Συνόδου της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης και Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία, στη Λοζνίτσα κοντά στο Τσατσάκ.
Επομένως, τώρα είναι η ευκαιρία να θυμηθούμε, εν ολίγοις, τα κύρια στοιχεία του Μηνύματος αυτού:
1. Η συνεδρίαση στην Κρήτη είναι η κορυφή της επιβολής του οικουμενιστικού προσανατολισμού κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών σε ολόκληρη την εκκλησιαστική πληρότητα, από την πλευρά μερικών οικουμενιστών (πατριαρχών, επισκόπων και ιερέων) οι οποίοι έχουν σφετεριστεί την εξουσία στην Εκκλησία.
2. Ο οικουμενισμός είναι το νέο μέσο με το οποίο πρέπει να βρεθούν οι ορθόδοξοι κατά του θελήματος του Θεού κάτω από ζυγό της ουνίας με το Βατικανό.
3. Τέτοια οικουμενιστική ουνία είναι μόνο πρώτο βήμα προς κατασκευή της Νέας Τάξης Πραγμάτων της παγκοσμιοποίησης, και (εντός της Τάξης αυτής) προς ένωση όλων των θρησκειών σε μια θρησκεία με επικεφαλής “τον άνθρωπο της ανομίας, το γιο της απώλειας“ (Β Θεσ. 2,3).
4. Όλα τα έγγραφα που υπογράφτηκαν σε όλες τις προπαρασκευαστικές προηγούμενες διασκέψεις –  από τον Κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας ως τη θεματολογία και τα αποτελέσματα (κείμενα) της λεγόμενης Συνόδου – είναι (με την ορολογική και θεολογική έννοια) αντιμαχόμενα, αλλά στην ουσία και κατά το περιεχόμενο αναμφισβήτητα οικουμενιστικά.
5.  Η θεματολογία και ο τρόπος ψηφοφορίας της συνεδρίασης αυτής παραμελούν την Παράδοση των Ιερών Οικουμενικών και Τοπικών Συνοδών της Εκκλησίας, δηλαδή δεν διατηρούν την καθαρότητα της Ορθοδοξίας, αλλά την καταστρέφουν άμεσα, ενώ το δικαίωμα ψήφου δόθηκε μόνο στους προκαθημένους των Τοπικών Εκκλησιών, δηλαδή όχι σε όλους τους επισκόπους, καθώς απαιτεί η παραπάνω αναφερόμενη Ιερά Παράδοση της εκκλησιαστικής συνοδικότητας.
6.  Όλοι όσοι δεν αποδεχτούν τις αποφάσεις της συνεδρίασης στην Κρήτη εκ των προτέρων καταδικάζονται ως σχισματικοί, αλλά ακόμη χειρότερο ως αιρετικοί (κατά τη γνώμη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου) και εκ των προτέρων απειλούνται με αθέμιτα μέσα καθαίρεσης, αφορισμού και τιμωριών.
Όλα όσα αναφέρθηκαν στο συνοδικό Μήνυμα της Λοζνίτσας, δυστυχώς έγιναν πραγματικότητα.
Η ίδια η διαδικασία της συνεδρίασης στην Κρήτη χαρακτήριζε (με ποιμαντική και θεολογική έννοια) μη σοβαρή προσέγγιση των διοργανωτών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τα αλλά Πατριαρχεία στα Ορθόδοξα Δόγματα και στην Ιερά Παράδοση εξ ολοκλήρου, καθώς δεν αρμόζει σε τέτοιο σοβαρό γεγονός (όπως θα έπρεπε να είναι η “Σύνοδος“ αυτή). Η εν λόγω μη σοβαρότητα των διοργανωτών στη “Σύνοδο“ κατοπτρίζει τη μη σοβαρή τους προσέγγιση στο Θεό, στην Εκκλησία και στον πιστό λαό. Εξαιτίας τεχνολογικής ανάπτυξης και γρήγορης διάδοσης των πληροφοριών, οι διοργανωτές έπρεπε να είναι ενήμεροι με πόση ταχύτητα θα πληροφορηθεί το κοινό ότι η κύρια οικονομική υποστήριξη για την οργάνωση της συνεδρίασης στην Κρήτη προερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και ότι την ίδια τη Σύνοδο εξασφάλισε η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών.[1] Αυτό ξεκάθαρα αποδεικνύει ποιος βρίσκεται πίσω από την προδοσία της Ορθοδοξίας στην Κρήτη.
Η ίδια η “Σύνοδος“ ήταν η προσπάθεια διατύπωσης όλων όσων που (κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών) επιμονώς ἐπέβαλλε η ιεραρχική κορυφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτού το του επικέντρου διάδοσης της οικουμενιστικής αίρεσης εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με συγκατάθεση και βοήθεια των δικών του φαναριώτικων και οικουμενιστικών οπαδών (υπάκουων υπηρετών) από τη σειρά άλλων Τοπικών Εκκλησιών.
Κατά τη διάρκεια της άγιας του ζωής, ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς με ισχυρό, επεξηγηματικό  και αγιοπατερικό λόγο είχε κριτικάρει και είχε καταδικάσει[2] αυτές τις προπαρασκευαστικές συναντήσεις και τις διασκέψεις, καθώς και την προτεινόμενη τους θεματολογία, τα συμπεράσματα τους και τον κανονισμό λειτουργίας τους. Αλλά, η πατερική και δυνατή φωνή του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς δεν ακούστηκε από τους διοργανωτές τους, επειδή ούτε οι προσυνοδικες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την όσια κοίμηση του πατέρα Ιουστίνου δεν έχουν αλλάξει ουσία, πνεύμα και χαρακτήρα των προπαρασκευαστικών και ειλημμένων θεμάτων ή των επεξεργασμένων κειμένων. Όλα αυτά αμετάβλητα ούτω ολοκληρώθηκαν και σφραγίστηκαν στη “Σύνοδο“ της Κρήτης.
Ως εκ τούτου, την προσπάθεια κάποιων μητροπολιτών (για παράδειγμα, του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου) να δώσουν ορθόδοξο προσανατολισμό σ’ αυτό το οικουμενιστικό συμβάν στην Κρήτη, θεωρούμε ως καλή, αλλά μη πραγματική, απλοϊκή και σχεδόν μη σοβαρή πρόθεση. Ολόκληρη η προπαρασκευή της “Συνόδου“ της Κρήτης (μετά από πολλές δεκαετίες) σαφές παρουσίασε απολύτως τον δικό της οικουμενιστικό, φιλελεύθερο και μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είναι πραγματική και σοβαρή η κάθε ιδέα οι οποία ισχυρίζεται ότι τέτοια οικουμενιστική συνεδρίαση, ακόμη και με κάποιους πράγματι ορθόδοξους επισκόπους, θα μπορούσε να έχει αγιοπατερικό πνεύμα ή αγιοπατερικό αποτέλεσμα. Είναι φανερό πως μερικοί ποιμένες στην Εκκλησία της Ελλάδος και μακρύτερα, ενώ θεωρούν τον εαυτό τους ορθόδοξο και μη οικουμενιστικό, είτε δεν έχουν καθαρή κατανόηση πόσο κακό είναι η αίρεση του οικουμενισμού και οι υπέρμαχοι της (δηλαδή πόσο μεγάλη απειλή αυτοί είναι για την Εκκλησία) είτε, όμως, δεν έχουν ειλικρινή πρόθεση και κουράγιο να αντιμετωπίζουν το κακό αυτό καταλλήλως, δηλαδή με τρόπο αγιοπατερικό και ομολογητικό.[3]
Ότι το συμβάν στην Κρήτη σήμαινε μόνο επίσημη αποδοχή των προηγουμένως ειλημμένων αποφάσεων στο Σαμπεζύ και πριν από το Σαμπεζύ, με περισσότερο ή λιγότερο φιλολογική επεξεργασία, αλλά χωρίς σοβαρή θεολογική ανάλυση και αναθεώρηση κατά τη διάρκεια της “Συνόδου“ της Κρήτης (οι οποίες θα έπρεπε να αποτελούν την ουσία της κάθε ορθόδοξης συνοδικότητας), προφανώς μαρτυρεί η μη κατάλληλη αντίδραση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεοδώρου Β΄ (υπό τα χειροκροτήματα των παρόντων) στις παραπάνω αναφερόμενες επικρίσεις οι οποίες ήταν εναντίον των προσφερόμενων κειμένων της “Συνόδου“. Η ντροπή του και των διοργανωτών της “Συνόδου“,  διότι αυτός ο Πατριάρχης τότε είπε: “Τα μέλη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου δεν είναι φοιτητές για να διδάσκονται θεολογία“.[4] Είναι καθαρά ότι οι μετέχοντες της “Συνόδου“ αυτής δεν είχαν στόχο την θεολογία, αλλά την πολιτική και την οικονομία. Και ο στόχος αυτός αποτελείται μόνο από την εκπλήρωση στόχων της παγκοσμιοποίησης, ορισμένων από τους χρηματοδότες της “Συνόδου“, ενώ η ίδια η συνεδρίαση της Κρήτης μόνο ήταν ο τρόπος πραγματοποίησης αυτών των στόχων. Αλλά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, παρά μη σοβαρότητα της δικής του δήλωσης είχε σε έναν ορισμένο βαθμό δίκιο, επειδή στη “Σύνοδο“ της Κρήτης πραγματικώς δεν υπήρχε θεολογία, τουλάχιστον η ορθόδοξη θεολογία δεν υπήρχε. Σε κάθε κριτική των προσφερόμενων κειμένων, ο πρόεδρος της συνάντησης αυτής, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος, απαντούσε κατευθύνοντας το βλέμμα του προς τον οικουμενιστικό και μεταρρυθμιστικό ιδεολόγο και τον προστάτη του σύγχρονου οικουμενισμού, τον Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα (τον ιδεολογικό πρωταγωνιστή των κειμένων της Κρήτης), ο όποιος μόνο με αλαζονεία απέφευγε απάντηση, περιφρονώντας τις επικρίσεις και τους επικριτές των δικών του αιρετικών στάσεων. Η λεπτομέρεια αυτή σχετικά με τη συμπεριφορά του π. Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως δείχνει πολλά, διότι δείχνει πως η συνεδρίαση στην Κρήτη ήταν μόνο η προσπάθεια επιβολής στην Εκκλησία (μέσω κατάχρησης της εκκλησιαστικής συνοδικής παραδόσεως) την πνευματικά άρρωστη, δυτική, ευχαριστιακή και οικουμενιστική, επισκοποκεντρική και παπιστική, μάλλον φιλοσοφική, σοφιστική και υπαρξιστική παρά θεολογική, αλλά εν πάση περιπτώσει αιρετική διδαχή του αμφιλεγόμενου, ονομαστικού και φαναριώτικου Μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου.
Η συμμετοχή στη “Σύνοδο“ της Κρήτης ακυρώθηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας, το Πατριαρχείο Γεωργίας και το Πατριαρχείο Βουλγαρίας. Δικαιολογημένα αμφισβητούμε την αιτιολογία και την ειλικρίνεια της πράξης αυτής των Πατριαρχείων Μόσχας και Γεωργίας.
Η αιτιολογία με βάση την οποία η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Μόσχας δεν έλαβε μέρος στη συνεδρίαση της Κρήτης δεν έχει δογματικό χαρακτήρα, αλλά μόνο τεχνικό και οργανωτικό. Αυτά μαρτυρεί και το γεγονός ότι η αντιπροσωπεία αυτή έχει ήδη υπογράψει κατ’ ουσίαν τα ίδια τα επίμαχα έγγραφα στην προσυνοδική διάσκεψη στο Σαμπεζύ το 2016, τα οποία μετά υπογράφτηκαν στη “Σύνοδο“ της Κρήτης.
Το Πατριαρχείο Γεωργίας  με τη στάση του στις προσυνοδικες διασκέψεις, με την απουσία του από τη συνεδρίαση της Κρήτης, και με ξεκάθαρη δογματική αιτιολογία σε μερικές επίσημες δηλώσεις, έδωσε μεγάλη ελπίδα ότι τουλάχιστον ένας ορθόδοξος πατριάρχης θα ενθαρρυνθεί να αντιταχτεί στην οικουμενιστική αίρεση, το θρίαμβο της οποίας είδαμε στην Κρήτη. Αλλά, όλες οι ελπίδες εξαφανίστηκαν όταν ο Πατριάρχης Ηλίας Β΄ πριν από λίγες εβδομάδες προσωπικά καλωσόρισε τον πάπα της Ρώμης, τον εισήγαγε σε ορθόδοξο ναό, άναψε κεριά μαζί του και προσευχήθηκε μαζί του. Επομένως, η προηγούμενη οικουμενιστική σύμπλεξη του Πατριάρχη αυτού[5] δημιούργησε βαθιές συνέπειες σ’ αυτόν, η ειλικρινής μετάνοια για τη συμμετοχή του στην οικουμενιστική κίνηση έλειψε, ή, αν υπήρχε καθόλου, αυτή η μετάνοια χάθηκε μετά την αποδοχή του πάπα.
Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας με την απουσία του και την απόρριψη της συνεδρίασης της Κρήτης δίνει κάποια ελπίδα, αλλά αυτή σταδιακά εξαφανίζει καθώς περνά ο χρόνος, διότι ενώ συνεχίζεται η οικουμενιστική προδοσία της πίστεως και η Εκκλησία Βουλγαρίας σιωπά. Την κάθε ενδεχόμενη γραπτή δήλωση της Εκκλησίας αυτής (ή άλλων Τοπικών Εκκλησιών και ατόμων) εναντίον των ειλημμένων αποφάσεων της συνεδρίασης της Κρήτης, οι οικουμενιστές θα την κοροϊδέψουν περιφρονητικά και με αλαζονεία, όλοι όσοι είναι καλοπροαίρετοι αλλά απλοϊκοί θα παρηγορούνται από την ψεύτικη ελπίδα και θα χειροκροτούν τις όμορφα εκφραζόμενες ορθόδοξες στάσεις πιστεύοντας ότι αυτές θα λύσουν προχωρημένο πρόβλημα αίρεσης του οικουμενισμού στην Εκκλησία. Αλλά, με αυτόν τον τρόπο, δεν θα έχουμε καλά αποτελέσματα διότι η επικαιρότητα και η ενέργεια τέτοιας “ομολογίας πίστεως“ θα χαθούν σε δύο εβδομάδες, ενώ οι οικουμενιστές-προκαθήμενοι κι οι επίσκοποι θα συνεχίσουν τον δικό τους πεπατημένο δρόμο της ουνίας προς το Βατικανό και τους άλλους αιρετικούς, καταστρέφοντας την Εκκλησία ύπουλα από μέσα. Το κάθε γραψίμα, αυτή τη δραματική στιγμή στην οποία βρίσκεται η Εκκλησία, είναι μυωπικό και μάταιο, δηλαδή δεν έχουμε κατάλληλο αποτέλεσμα και κατάλληλη ενέργεια (με αυτόν τον τρόπο) σε προχωρημένο στάδιο αιρετικής ασθένειας εντος της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Μέχρι τη λύση του οικουμενιστικού προβλήματος, η μόνη οξυδερκής πράξη η οποία θα δώσει καλά αποτελέσματα είναι η διακοπή της λειτουργικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας με τους οικουμενιστές (σύμφωνα με τον ΙΕ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως), η διακοπή η οποία θα υπάρχει μέχρι την μετάνοια τους για τη δική τους αίρεση. Αλλά, σε μια επίσημη δήλωση το Πατριαρχείο Βουλγαρίας συμπεραίνει ότι το Πατριαρχείο αυτό συνεχίζει να διατηρεί θρησκευτική κοινότητα με τους προκαθημένους-οικουμενιστές οι οποίοι στην Κρήτη επισήμως υπέγραψαν τα αιρετικά κείμενα.  Ως εκ τούτου, οι Βούλγαροι δηλώνουν ότι δεν θέλουν να διακόψουν την κοινωνία με τους ακραίους οικουμενιστές (με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Κωνσταντινούπολης και όλους τους άλλους οικουμενιστές). Συνεπώς, αυτό το Πατριαρχείο πράγματι ακύρωσε και ρεζίλεψε τη δική του εναντίωση στη συνεδρίαση της Κρήτης και τις μη ορθόδοξες αποφάσεις της.
Επισήμως και κανονικώς, η “Σύνοδος“ της Κρήτης δεν πέτυχε, αλλά ο κίνδυνος κρύβεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι οικουμενιστές ως διοργανωτές της Συνόδου είχαν ανάγκη για την επίσημη και ημικοινοβουλευτική, απατηλή και συνοδική “αποδοχή“ του οικουμενισμού ως κύριου προσανατολισμού όλων των Τοπικών Εκκλησιών, προκειμένου να χορηγηθεί αμνηστία στον οικουμενισμό και να παρουσιαστεί αυτός όχι ως αίρεση, αλλά ως “βαθέως ορθόδοξη“ κίνηση. Επομένως, “κουνώντας“ τα οικουμενιστικα έγγραφα της συνεδρίασης της Κρήτης οι οικουμενιστές τώρα πιο θαρραλέα και με περισσότερη ανακούφιση θα συνεχίσουν τη δική τους οικουμενιστική δραστηριότητα και τον ψεύτικο διάλογο της αγάπης.
Ακόμη και αν παραβλέπαμε τον μη παραδοσιακό τρόπο οργάνωσης και ψηφοφορίας της “Συνόδου“ της Κρήτης, πρέπει να είναι σαφές το εξής: ακόμη και αν στη συνεδρίαση της Κρήτης τηρείτο ολόκληρο το κανονικό και παραδοσιακό modus operandi (δηλαδή η εκκλησιαστική και συνοδική διαδικασία οργάνωσης, λειτουργίας, εργασίας, ψηφοφορίας και διαχείρισης τέτοιας συνεδρίασης), ακόμη και αν όλες οι Τοπικές Εκκλησίες κι όλοι οι επίσκοποι λάμβαναν μέρος ή ψήφιζαν, μόνο και μόνο λόγω τού γεγονότος ότι στην Κρήτη λήφθηκαν οι μη ορθόδοξες αποφάσεις, η “Σύνοδος“ αυτή θα ήταν η ληστρική και αιρετική συνεδρίαση, και δεν θα ήταν η Σύνοδος με κανένα τρόπο.
Με την ευκαιρία αυτή, δεν έχουμε καιρό για τη λεπτομερή θεολογική ανάλυση των επίμαχων κειμένων υπογεγραμμένων στην Κρήτη. Γι’ αυτό το λόγο θα παρουσιάσουμε, εν ολίγοις, μόνο πιο σοβαρούς ψεύτικους δογματικούς ισχυρισμούς (κάποιους έχουμε ήδη αναφέρει παραπάνω από το συνοδικό Μήνυμα της Λοζνίτσας), οι οποίοι κυρίως βρίσκονται στο πιο επίμαχο κείμενο με τίτλο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον“,[6] αλλά και στα άλλα κείμενα της συνεδρίασης της Κρήτης:
Μέσω του περιορισμού του αριθμού των μετεχόντων επισκόπων και της ψηφοφορίας (η οποία δόθηκε μόνο στους προκαθημένους των Τοπικών Εκκλησιών), παραβιάστηκε η παραδοσιακή αρχή συμμετοχής και δικαιώματος ψήφου όλων των επισκόπων.
Σχετικοποιήθηκαν δογματικώς οι σαφείς ορισμοί των εννοιών “χριστιανός“ και “χριστιανικός κόσμος“,[7] επειδή οι χριστιανοί και ο χριστιανισμός δεν υπάρχουν χωρίς Χριστό, δηλαδή αυτοί δεν υπάρχουν χωρίς Ορθοδοξία και Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.
Η συνεδρίαση της Κρήτης δεν αποτελεί συνέχεια των Ιερών Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν αναθεματίζει αιρέσεις, δεν ενδυναμώνει και δεν διατηρεί την Ορθοδοξία, αλλά αντιθέτως, νομιμοποιεί και επιβεβαιώνει τον οικουμενισμό (την οικουμενιστική αιρετική κίνηση και την ιδιότητα μέλους στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών)[8] ως θετικό,[9] ισχυρίζοντας ότι η Εκκλησία είναι διασπασμένη (σύμφωνα με την οικουμενιστική θεωρία των κλάδων) και ότι η Εκκλησία πρέπει να ψάχνει τη δική της ενότητα μέσω του οικουμενιστικού διαλόγου.
Η “Σύνοδος“ αποδέχεται τη μη ορθόδοξη θέση ότι η συνοδικότητα της Εκκλησίας δεν προέρχεται από την Ορθόδοξη Πίστη, αλλά ότι η διατήρηση της ορθόδοξης πίστεως προέρχεται από τη συνοδικότητα αυτομάτως, δηλαδή η εκκλησιαστική συνοδικότητα εννοείται ως αυτομάτως δεδομένη. Τεχνητά χωρίζεται η συνοδικότητα από τη δική της δογματική βάση η οποία είναι η Ορθόδοξη Πίστη.[10]
Δημιουργήθηκε πολλή σύγχυση για την κατανόηση της Εκκλησίας και των αληθινών εκκλησιαστικών μελών, ανακατώνεται η ταυτότητα της Εκκλησίας με τις αιρετικές κοινότητες[11] μέσω της αναγνώρισης της εκκλησιαστικής ταυτότητας στις αιρέσεις. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται η αλήθεια ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Μια και μόνη Εκκλησία του Χριστού ως Εκκλησία της σωτηρίας.
Τα κείμενα ενθαρρύνουν την μεταπατερική, μη αγιοπατερική, μεταρρυθμιστική και αιρετική “ευχαριστιακή θεολογία“ του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα, η οποία παρουσιάζει την θεολογική, φιλοσοφική και αιρετική βάση, το στήριγμα και την δικαιολογία για την αίρεση του οικουμενισμού, την οικουμενιστική κίνηση και τους ουνιατικούς τους στόχους.
Τα προσυνοδικά έγγραφα κρύβονταν από την εκκλησιαστική πληρότητα των Ορθοδόξων.
Επιτρέπονται μικτοί γάμοι μεταξύ Ορθοδόξων και Ετεροδόξων.
Στο Πατριαρχείο Σερβίας στο Βελιγράδι, η πομπώδης ανακοίνωση της συνεδρίασης της Κρήτης αλλάχτηκε σε απόλυτη σιωπή και μη μνημόνευση της ίδιας της συνεδρίασης. Η μετάφραση και η παρουσίαση των επισήμων δηλώσεων της “Συνόδου“ άργησαν ένα μήνα ή περισσότερο, ενώ τα υπογεγραμμένα κείμενα της “Συνόδου“ (στα οποία είναι φανερή η προδοσία της Ορθοδοξίας) δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ στα σερβικά και απολύτως δεν έχουν δημοσιευτεί. Αυτό έγινε με πρόθεση να κρυφτεί η ίδια η προδοσία της Ορθοδοξίας στην Κρήτη, την οποία υπέγραψαν ο Πατριάρχης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κι οι επίσκοποι οικουμενιστές. Όταν μεταφραστούν τα κείμενα της Κρήτης και όταν παρουσιαστούν στο σερβικό ορθόδοξο κοινό, σε όλους θα είναι πιο φανερή και πιο ξεκάθαρη η ορθόδοξη και ομολογητική στάση του Επισκόπου Αρτεμίου, καθώς και η δικαιολογία της μάχης του εναντίον της αίρεσης του οικουμενισμού –  σε αντίθεση με την προδοσία της Ορθόδοξης Πίστης του Πατριάρχη στην Κρήτη.[12]
Αυτά τα αναφερόμενα γεγονότα καθαυτά δείχνουν ότι η “Σύνοδος“ της Κρήτης είναι μόνο ένα ψάξιμο μιας βελόνας στα άχυρα.
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε την ανοησία των επισκόπων-οικουμενιστών Σέρβων και των μεταρρυθμιστών, οι οποίοι στη συνεδρίαση της Κρήτης με τετριμμένο τρόπο προσπάθησαν να επιβάλουν “συνοδικώς“ τις λειτουργικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες παρά πολύ παραβιάζουν την προσευχόμενη και λειτουργική ενότητα στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, και οι οποίες άνοιξαν το δρόμο για πιο τρομερή παραβίαση της δογματικής ενότητας – μέσω της οικουμενιστικής αίρεσης.
Οι οικουμενιστικές και αιρετικές αποφάσεις της “Συνόδου“ της Κρήτης παρουσιάστηκαν  εγκάρδια μόνο στους ρωμαιοκαθολικούς, ενώ έγιναν κάποιες γενικές διαλέξεις για τους ορθόδοξους στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία σχετικά με τη “Σύνοδο“ της Κρήτης, αλλά χωρίς λεπτομερή δημοσίευση των ειλημμένων αποφάσεων της “Συνόδου“. Εκτός από τους επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και οι επίσκοποι Σέρβοι (ειδικά ο Ανδρέας Αυστρίας και Ελβετίας) επισήμως επισκέπτονταν τους παπικούς “επισκόπους“ για να τους ενημερώσουν για τα αποτελέσματα της συνεδρίασης της Κρήτης, τα οποία από την προοπτική των οικουμενιστών είναι πολύ θετικά. Τότε οι επίσκοποι οικουμενιστές πραγματικά καυχήθηκαν μπροστά από τους ρωμαιοκαθολικούς πως η “Σύνοδος“ της Κρήτης είναι ένα μεγάλο “κατόρθωμα“, δηλαδή το ορθόδοξο αντίτυπο της προοδευτικής Δεύτερης “Συνόδου“ του Βατικανού,[13] δείχνοντας στους “δυτικούς αδελφούς“ πως δεν σταματάνε την εκκλησιαστική καινοτομία, αλλά συμβαδίζουν με το Βατικανό, με το Βατικανό το οποίο οδήγησε την σύγχρονη Ευρώπη στην εκκοσμίκευση με την αιρετική αλλοίωση της χριστιανικής πίστεως και έριξε αυτή την Ευρώπη πάλι στην εποχή της ειδωλολατρείας όσον αφορά την πνευματικότητα και την ηθικότητα.
Τι μπορούμε να πούμε περισσότερα σχετικά με τη συνεδρίαση της Κρήτης, στην οποία ο πρόεδρος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε εμπιστοσύνη σε προσευχές του πάπα, όταν σε μια από τις αρχικές δηλώσεις της συνεδρίασης ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είπε: “Η αυτού αγιότης ο πάπας κατά την καθιερωμένη μεσημβρινή προσευχή ευχήθηκε υπέρ της επιτυχίας των εργασιών μας … και εκφράζουμε όλοι μαζί τις θερμές μας ευχαριστίες.“?[14]
Είναι σαφές ότι η “Σύνοδος“ της Κρήτης έδωσε χαρά στο Βατικανό, και ενθάρρυνση, ζωηρότητα και ανακούφιση στους επισκόπους οικουμενιστές. Αυτό αναδεικνύει πως η συνεδρίαση των οικουμενιστών στην Κρήτη, ως επίσημη και συνοδική επιβεβαίωση της οικουμενιστικής αίρεσης και ως δικαιολογία του οικουμενισμού, αποτελεί την προσπάθεια των μετεχόντων της συνεδρίασης να αντιγράφουν άγρια το Βατικανό σε ότι αφορά το νεοτερισμό και την αίρεση. Επίσης, η συνεδρίαση είναι η προσπάθεια των οικουμενιστών να αποκτήσουν την ειδική “συνοδική άδεια“ της Εκκλησίας, ώστε να συνεχίσουν την οικουμενιστική διάσπαση της ίδιας της Εκκλησίας με “καθαρή συνείδηση“. Μάλιστα, αυτό είναι η φαντασία τους, ενώ στην πραγματικότητα, καμία μορφή συνοδικότητας χωρίς ορθόδοξη ουσία δεν μπορεί να ονομαστεί “Σύνοδος“, ούτε καμία επίσημη και συνοδική ή κοινοβουλευτική και συνοδική απόφαση μπορεί να δώσει δικαιολογία ή άδεια στους επισκόπους να καταπατούν τα Ορθόδοξα Δόγματα, να προδίδουν την πίστη και να επιβάλλουν την αίρεση στην Εκκλησία. Η εκκλησιαστική ιστορία επιβεβαιώνει, μας διαβεβαιώνει και μας ενθαρρύνει ότι δεν πέτυχαν να κάνουν αυτά (πριν από τους οικουμενιστές) πολλοί αιρετικοί, οι οποίοι τα παλιά χρόνια στις δικές τους ψεύτικες συνόδους είχαν προσπαθήσει το ίδιο. Αυτή την ανέντιμη πρόθεση, αν θελήσει ο Θεός, δεν θα την πραγματοποιήσουν ούτε κι οι αιρετικοί οικουμενιστές.
Η “Σύνοδος“ αυτή της Κρήτης είναι και θα είναι ένα μεγάλο όνειδος στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και η “Σύνοδος“ αυτή στο μέλλον, αν θελήσει ο Θεός, θα αναθεματιστεί μαζί με την οικουμενιστική αίρεση σε κάποια αληθώς ορθόδοξη Σύνοδο, δηλαδή και η “Σύνοδος“ αυτή θα προσαρτηθεί στον μεγάλο κατάλογο των ληστρικών και αιρετικών “Συνοδών“, κι οι μετέχοντες του συμβάντος αυτού θα χαρακτηριστούν ως προδότες της Ορθοδοξίας. Εκτός αν μετανοήσουν όσο υπάρχει καιρός, διότι τα υπογεγραμμένα κείμενα της Κρήτης αποτελούν την επαίσχυντη προδοσία της Ορθοδοξίας. Οι πατριάρχοι κι οι επίσκοποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μιλούν για την προδοσία αυτή, επειδή οι περισσότεροι από αυτούς έλαβαν μέρος σε αυτή, ενώ υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, αλλά οι οποίες σημαίνουν μόνο γράψιμο και ομιλία, αλλά όχι αποφασιστική δράση. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη διατήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως, δεν ελπίζουμε σε τίποτα παρά μόνο στο Θεό και στις δικές μας δυνάμεις.
Στις 25 Νοεμβρίου το 2016, στην ιερά μονή του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς στο Μπαράγιεβο στη Συνάθροιση του Επισκόπου, των Χωρεπισκόπων και των Ηγουμένων της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία.
Ο σεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Νόβομπρδο-Πανονίας
+Μάξιμος
(μετέφρασε στα ελληνικά ο Μάρκο Πεϊκοβιτς)
—————————————————————————
[1] “Η δεξαμενή σκέψης Μόσχας “Katehon“, αναφέροντας τις δικές της πηγές, ισχυρίζεται ότι οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών προσπαθούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης. Σύμφωνα με αυτές τις αναφορές, οι υπηρεσίες αυτές χρησιμοποιούν τους πράκτορες, οι οποίοι έχουν επιρροή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με σκοπό να υπονομευτεί η εξουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, να προάγονται οικουμενιστικές τάσεις και εκκλησιαστικές “μεταρρυθμίσεις“, οι οποίες αδυνατίζουν την Ορθοδοξία. – Ένα από τα πρόσωπα-κλειδιά εδώ είναι ο Αλέξανδρος Καρλούτσος, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Συνόδου. Το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για σχέσεις μεταξύ της Συνόδου της Κρήτης και των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, είναι ο Άλεξ Ρόντος. Αυτός είναι ο ειδικός αντιπρόσωπος της ΕΕ για το Κέρας της Αφρικής, στενά συνδεδεμένος με υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, και με μη κυβερνητικές οργανώσεις της παγκοσμιοποίησης – αναφέρεται μέσα στο κείμενο δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα “Katehon“. Στο κείμενο αυτό αναφέρεται και ότι ο Ρόντος ήταν υπέρμαχος χρωματιστών επαναστάσεων, πως βοήθησε ίδρυση της μη κυβερνητικής οργάνωσης “Canvas“ στο Βελιγράδι και υποστήριζε χορήγηση ανεξαρτησίας στο Κοσσυφοπέδιο.“ (http://www.politika.rs/scc/clanak/357749/Sabor-se-nada-da-ce-zakljucke-sa-Krita-prihvatiti-i-cetiri-odsutne-crkve)
[2] Δείτε: Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, “Περί την μελετωμένην ‘Μεγάλην Σύνοδον’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησία στις 7 Μαΐου το 1977“ ((http://prepodobnijustin.blogspot.rs/2011/05/blog-post.html#more)
[3] Βλέπουμε πως τέτοια αρχή της “γραφειοκρατικής ορθότητας“, της υπακοής σε οποιαδήποτε τιμή στην εκκλησιαστική ιεραρχία (μολυσμένη με αίρεση) και της συμμετοχής στις Συνόδους της ιεραρχίας αυτής είναι απολύτως μάταιη και χωρίς καλά αποτελέσματα. Τέτοια αρχή μόνο ντροπιάζει αυτούς που προσπαθούν μέσω τέτοιου “γραφειοκρατικού πουριτανισμού“ να προστατεύουν την ορθόδοξη πίστη. Η προστασία της πίστεως σε μια μη ορθόδοξη συνεδρίαση (καθώς είναι εκείνη η οποία έγινε στην Κρήτη, η οποία οργανωνόταν κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών με ξεκάθαρο σκοπό να νομιμοποιηθεί επισήμως η οικουμενιστική αίρεση) αποτελεί μόνο ένα μικρόψυχο μαλάκωμα συνείδησης εκείνων των επισκόπων οι οποίοι είναι ενήμεροι για την προδοσία της πίστεως στην Εκκλησία, αλλά οι οποίοι δεν είναι ικανοί να παλεύουν εναντίον αυτής της προδοσίας με τα παραδοσιακά και κανονικά μέσα, τολμηρά και θαρραλέα.
[5] “Από το 1978 έως το 1983 ο Πατριάρχης Ηλίας Β΄ ήταν ένας από τους προέδρους του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών…“ (http://www.spc.rs/sr/gruzijski_patrijarh_ilija_ii_napunio_83_godine_zhivota)
[6] Το αναφερόμενο κείμενο Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον στα ρωσικά και όλα τα εισαγωγικά απ’ αυτό στο δικό μας κείμενο παρακάτω, είναι παρμένα από αυτή την ιστοσελίδα: http://www.pravmir.ru/otnosheniya-pravoslavnoy-tserkvi-s-ostalnyim-hristianskim-mirom/
[7] “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.
[8] “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστή εἰς τήν ἐκκλησιολογίαν αὐτῆς, εἰς τήν ταυτότητα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς δομῆς καί εἰς τήν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συμμετέχουσα ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Π.Σ.Ε…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.
[9] “Οἱ σύγχρονοι διμερεῖς θεολογικοί διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς καί ἡ συμμετοχή αὐτῆς εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν ἐρείδονται ἐπί τῆς συνειδήσεως ταύτης τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ οἰκουμενικοῦ αὐτῆς πνεύματος ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως βάσει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Χριστιανῶν… Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει κοινήν τήν συνείδησιν περί τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ διαχριστιανικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, διό καί κρίνει ἀναγκαῖον νά συνοδεύηται οὗτος πάντοτε ὑπό τῆς ἐν τῷ κόσμῳ μαρτυρίας διά πράξεων ἀμοιβαίας κατανοήσεως καί ἀγάπης…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.
[10] “ Ὡς μαρτυρεῖ ἡ ὅλη ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.
[11] “Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.
[12] Η αναφερόμενη απόκρυψη των κειμένων της Κρήτης από τη πλευρά του Πατριαρχείου στο Βελιγράδι είναι απόδειξη ότι ο Πατριάρχης Ειρηναίος και οι επίσκοποι οικουμενιστές Σέρβοι συμπεριφέρονται χωρίς ειλικρίνεια προς τον σερβικό ορθόδοξο λαό, αλλιώς – θα αναγκαστούν να παραδεχτούν μπροστά στο Θεό και τον λαό ότι έχουν προδώσει την ορθόδοξη πίστη, έχουν αναγνωρίσει τους παπιστές και άλλους αιρετικούς ως Εκκλησίες, δηλαδή ότι έχουν απαρνηθεί το Χριστό και τον Άγιο Σάββα της Σερβίας.
[13] Η “Σύνοδος“ η οποία αποτελεί έναρξη της ακραίας μεταρρύθμισης και της οικουμενιστικής ανακατάταξης στο Βατικανό.