Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Πανηγυρικός 25ης Μαρτίου στο 21ο Δημοτικό Σχολείο Καβάλας

Παρασκευή, 24/3/2017
Κυρίες και  κύριοι συνάδελφοι,
Αγαπητοί γονείς,
Αγαπητά μας παιδιά,
Η μεγάλη εθνεγερσία που οδήγησε στην απελευθέρωση και στη συγκρότηση εθνικού κράτους κατέχει αναμφίβολα στην ιστορική διαδρομή του ελληνισμού πρωτεύουσα θέση και η σημασία της είναι αναγκαίο να γίνεται κατανοητή καθώς η εθνική αυτογνωσία μπορεί να οδηγήσει στην εξέλιξη και στην ομαλή πορεία του εθνικού βίου και μάλιστα όταν πέρα από την οφειλομένη απόδοση τιμής, οι εθνικές εκκρεμότητες και τα ανοικτά εθνικά προβλήματα επιβάλλουν την αναδρομή στο παρελθόν.
 Και πιστεύουμε ότι δεν είναι χρήσιμοι οι πανηγυρισμοί αν δεν συνδέουν το παρελθόν με το παρόν με άμεση προβολή στο μέλλον. Οι Έλληνες αγωνιζόμενοι ενάντια στην οθωμανική τυραννία, διεκδικούν κάτι περισσότερο από ένα κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πεδίο δράσης. Διεκδικούν  την ελευθερία. Ελευθερία προσωπική, συλλογική και πνευματική. Όχι όμως ιδιωτική.
Το ιστορικό πλαίσιο γνωστό: Αιώνες σκλαβιάς σε ένα σκοτεινό περιβάλλον όπως αυτό που είχαν επιβάλλει οι Οθωμανοί με τις φυσικές άμυνες που δημιουργούν η αίσθηση της ταυτότητας, ο πολιτισμός και η αξιοπρεπής διαβίωση να διώκονται. Άλλωστε το «’21» αποτέλεσε ως ιστορική στιγμή αμφισβήτησης της δουλείας, το μεγάλο άλμα ενατένισης του Ελληνισμού προς την ιδέα της ύπαρξής του. Χωρίς την επανάσταση η εθνική μας οντότητα θα αποτελούσε υπόθεση ιστορικής αναδίφησης και μελέτης γλωσσολογικής και εθνολογικής έρευνας, εγκυκλοπαιδικής και αρχειακής καταγραφής.
Μόνο το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822 αν αναγνώσει κανείς θα εντυπωσιαστεί από τον φιλελεύθερο και δημοκρατικό του χαρακτήρα. Σε πολιτειακό επίπεδο ήταν τότε και παραμένει και σήμερα μοναδική απόπειρα δημοκρατικής αναγεννήσεως ενός ιστορικού έθνους έξω από τους κανόνες κριτικού ορθολογισμού των διαφωτιστών, της κομματικής ιδιοτέλειας και μικρονοϊκής εξουσιολαγνείας που ακολούθησε τόσο κατά τη διάρκεια της επανάστασης όσο και αργότερα με τον Καποδίστρια, της ισχυρότερης πολιτικής προσωπικότητας του 19ου αιώνα και όχι μόνο, που εξακολουθεί ακόμη να αναδύεται από το σκοτάδι μέσα από τα αδημοσίευτα αρχεία των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής του, τα έγγραφά του και την πολιτική δολοφονία του, από τις χειρότερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας που υποθήκευσε τη μετέπειτα ιστορική πορεία του ελληνικού κράτους με πολλά δεινά. Αποτελεί αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό ότι ενώ η Μ. Βρετανία δίνει στη δημοσιότητα τα απόρρητα αρχεία της κάθε 30, 50 ή 100 το πολύ χρόνια ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αποκρυβέντος, σε δύο μόνο περιπτώσεις τα κρατά ερμητικά κλειστά: στο κυπριακό και στον Καποδίστρια. Όταν δολοφονούνταν άνανδρα η προσωπικότητα που οργάνωνε το μετεπαναστατικό κρατίδιο, λίγοι διέβλεπαν τότε τη συμφορά που κτύπησε τον ελληνισμό στον φόνο ενός και μόνο πολιτικού. Για του λόγου το αληθές ας ερευνηθεί το έργο του Κόμη στο ελβετικό κράτος και η τιμή των  Ελβετών στο πρόσωπό του. Έκτοτε, οποιαδήποτε προσπάθεια οργάνωσης του νέου κράτους πλην εξαιρέσεων, βρίσκονταν υπό την ασφυκτική επιρροή και καθοδήγηση των ξένων μέσα από τη Βαυαροκρατία αρχικά, με την ανοχή ή και τη συνενοχή αργότερα.
Το μεταπρατικό κρατίδιο δεν θέλησε να αρθρώσει από μόνο του λόγο ουσιαστικό, βγαλμένο μέσα από τις ανάγκες του και την τεράστια παράδοσή του και  αποδομητικά μετά από τον Καποδίστρια αναμηρυκάζει συχνά με γελοιότητα θεσμούς ξενόφερτους που καμία σχέση δεν είχαν οι περισσότεροι με τις πραγματικές ανάγκες του λαϊκού σώματος. Οι ρίζες του κακού λοιπόν βρίσκονται μακριά.
Η ελληνική ετερότητα όχι ως φιλοσοφική ενασχόληση αλλά ως κατεξοχήν πολιτική πράξη και εφαρμογή ήταν και είναι εμπόδιο σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό, από τον παλαιό των Περσών μέχρι τον πιο σύγχρονο της κεντρικής Ευρώπης, που είναι σε θέση να βάζει στο περιθώριο 400 και 500 χρόνια δουλείας. Η δημοκρατική επικάλυψη καθόλου δεν απαλλάσσει από πρακτικές που σήμερα πια είναι ολοφάνερες και η σύγκρουση μοιραία.
Η εθνεγερσία ως ιστορική περίοδος όπου δοκιμάστηκε με τρόπο συγκλονιστικό η ίδια η υπόσταση του έθνους στο επίπονο πέρασμά του, σε αυτό από τις κοινότητες της οικουμενικής πρότασης μιας ανεπανάληπτης πολιτικής και πολιτιστικής αποτελεσματικότητας του ελληνισμού χωρίς σύνορα προς ένα «στενό» και παρακμιακό προτεκτοράτο, προσφέρεται για συμπεράσματα και διαπιστώσεις ως προς τον τρόπο που ενεργούμε πολιτικά.
Πρώτη και κυρίαρχη διαπίστωση, η ίδια η εθνική συνείδηση. Η συμπεριφορά τόσων γενεών στον ευρύτερο ελληνικό χώρο παρά τις συστηματικές διώξεις, δηλώνει την ύπαρξη μιας πλήρους και εμπεδωμένης αντίληψης περί της κοινής καταγωγής που με διεργασίες σταθερές και εσωτερικές για κάθε Έλληνα ξεχωριστά αλλά και τις οικογένειες και τις κοινωνίες της εποχής, φρόντιζαν για τη διαιώνισή της.
Δεύτερη σημαντική διαπίστωση, ότι η απόφαση και η ανυποχώρητη διάθεση είναι όπλα εξαιρετικής σημασίας στους εθνικούς αγώνες. Τόσο στον χρόνο εκδήλωσής της όσο και κατά την εξέλιξή της, η επανάσταση δεν είχε σε επίπεδο κυρίαρχων δυνάμεων της εποχής καμία επίσημη υποστήριξη. Η επιμονή, η αποφασιστικότητα και ο ηρωισμός δημιούργησαν προϋποθέσεις υποστήριξης αφού πάντα τα διεθνή συμφέροντα συγκλίνουν εφόσον εξυπηρετούνται. Και η αποφασισμένη να υπάρξει Ελλάς ήταν ασφαλώς χρήσιμος εταίρος για πολλούς. Ακόμη και το τεράστιο ρεύμα φιλελληνισμού ήταν εν πολλοίς απόρροια της στάσης των μαχομένων Ελλήνων.
Αλλά και ιδιότητες όπως ο φατριασμός, ο διχασμός και η προσωπική ανέλιξη που τόσο σημάδεψαν την επανάσταση φαίνεται να μην έχουμε ακόμη αντιληφθεί τις συνέπειές τους. Διχόνοια τα είπε ο Σολωμός. Η ίδια κατάρα από τον Πελοποννησιακό πόλεμο και παλαιότερα, από τον Όμηρο μέχρι και σήμερα, της φυλής μας που συχνά οδηγεί στον εύκολο δρόμο της υποχώρησης και στο ραγιαδισμό δίχως αυτογνωσία.
Στο σύγχρονο ευρωπαϊκών αντιλήψεων ελληνικό κράτος η εθνική αυτογνωσία αποτελεί μάλλον πρόβλημα δεδομένου ότι αναστέλλει τις διαδικασίες ομογενοποίησης και αφομοίωσης των πληθυσμών. Η υποβάθμιση της επανάστασης αποτελεί κάποιες φορές επιλογή που σταδιακά διαχέεται στις κρατικές υπηρεσίες, στην εκπαίδευση, στους μηχανισμούς επικοινωνίας, ως σύγχυση στις κύριες  αξίες και στον εθνικό προσανατολισμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποτελεί από μόνο του μία τρίτη διαπίστωση είναι η σχέση επανάστασης και επαναστατημένων με την Εκκλησία, ως ιστορικό γεγονός αμφιλεγόμενο. Η επανάσταση άρχισε σε δύο ημερομηνίες: Στις 22 Φεβρουαρίου στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στις 17 Μαρτίου στη Μάνη. Η 25η Μαρτίου όμως είχε οριστεί ως ημερομηνία για την έναρξή της εκ των προτέρων ήδη από το 1820 από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ο οποίος και επέλεξε αυτήν ειδικά την ημερομηνία  ακριβώς επειδή συνέπιπτε  με την εορτή του Ευαγγελισμού στην οποίαν ήθελε να προσδώσει μια καινούργια συμβολική σημασία «ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους», όπως αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, στην ιστορία του Τρικούπη αλλά και στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρηγόπουλου. Γι’ αυτό και στη σύσκεψη της Βοστίτσας αυτή η ημερομηνία ανακοινώθηκε από τον Παπαφλέσσα για τον ξεσηκωμό, αυτή και στη σύσκεψη των οπλαρχηγών της Ρούμελης στη Λευκάδα. Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα και τελικά η επανάσταση ξεκίνησε μερικές ημέρες ενωρίτερα. Απόλυτα ακριβές είναι και το γεγονός ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε τα όπλα. Και αν δεν τα ευλόγησε στις 25 στην Αγία Λαύρα, το έκανε στις 23 στην Πάτρα ενώ η συγκέντρωση στην Αγία Λαύρα είχε γίνει στις 14 του Μάρτη.
Η εκκλησία ευλογεί την έναρξη της επανάστασης εν τη γενέσει της και συγκεκριμένα ο μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν μέσα στον ναό των Τριών Ιεραρχών στις 26 Φεβρουαρίου παρουσία του Υψηλάντη και πλήθους αγωνιστών τη σημαία της επανάστασης. Γεγονός που έχει αποκρυβεί όχι μόνον από ιστορικά συγγράμματα αλλά και από τα σχολικά βιβλία.
Τέταρτο, η αλήθεια ότι οι επαναστάσεις συνεχίζονται όσο υπάρχουν κατεχόμενα. Η δική μας άρχισε την 1η Ιουνίου του 1453. Συνεπώς, καλή συνέχεια!
Η κατανόηση του μηνύματος του «’21» δεν είναι μια κοινοτοπία. Είναι πράξη ουσιαστικής συμμετοχής στο εθνικό γίγνεσθαι. Μέρος της εθνικής συνειδητοποίησης και της σημασίας της. Δεν πρόκειται για μια άτακτη ιστορία αγώνων και μαχών αλλά για την πρώτη επιτυχημένη απόπειρα απελευθέρωσης συμπαγών ελληνικών πληθυσμών σε όλη τη Βαλκανική και στην αναζήτηση της ιστορικής τους πορείας. Το όραμα του Ρήγα. Ο καταλύτης της Φιλικής Εταιρείας.
Ενώ σήμερα το Κυπριακό εισέρχεται σε δύσκολες φάσεις με μια κατεχόμενη πατρίδα και μια διαρκή απειλή για την ανακοπή της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού εκεί, η Σκοπιανή προπαγάνδα καλπάζει, οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια αναπτύσσονται ανησυχητικά, η Τουρκία επιμένει στην αδιαλλαξία και επιθετικότητα, το στρατηγικό και διπλωματικό περιβάλλον στο οποίο κινείται η Ελλάς είναι φορτισμένο από προκλήσεις που τα χρόνια έδειξαν ότι δεν έχουν περιστασιακό περιεχόμενο.
Οι Έλληνες έχουμε μια απέραντη σε χρόνο και ατίμητη σε περιεχόμενο ιστορία. Δεν έχουμε όμως μια ισοδύναμη ιστορική μνήμη και η ιστορία περνά μπρος στα μάτια μας σαν εξωτερικό γεγονός αντί να γίνεται μέρος της συνείδησής μας.
Ο Έλληνας σπάνια υπακούει στην ευφυΐα του η οποία έχει αποδείξει τι μπορεί να πράξει. Υπακούει στα πάθη του. Ξεπερνά το μέτρο. Θέλει να το προσπεράσει. Κάποτε, αργότερα μετανοεί. Συνήθως όταν το ανεπανόρθωτο έχει γίνει.
Στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο αμοραλιστικό γίγνεσθαι του συμφεροντολογικού μηδενισμού των καχεκτικών μετριοτήτων και κωμικά επηρμένων ιδεολογημάτων, το αίτημα της σθεναρής στάσης στις στοιχειώδεις λογικής συνέπειας απαιτήσεις παραμένει ως μοναδικό και ελπιδοφόρο αίτημα της ελληνικής κοινωνίας.
Μιλώντας απλούστερα, σήμερα που ιστορικά ψεύδη επιχειρούν να αλώσουν την ιστορική συνείδηση, ας απευθυνθεί μια παράκληση για να ψάξει με ό,τι έχει κανείς διαθέσιμο τις αληθινές πηγές με παρρησία και τότε θα δει να ξεπροβάλλει μια Ελλάδα φωτεινή, μια Ελλάδα λαμπερή και ανεπανάληπτη που αν και σε καιρό δουλείας, καμία σχέση δεν έχει με τη σημερινή  αθλιότητα. Ας κλείσουν τα αυτιά στον ιστορικό μηδενισμό και στην ισοπέδωση που σε κάνουν να νοιώθεις λίγο από νεοοθωμανός και λίγο από ψευδοευρωπαίος σαν αυτούς που αιματοκύλισαν και ίσως δεν θα διστάσουν να αιματοκυλίσουν και πάλι τα Βαλκάνια και τον κόσμο ολόκληρο.
Κυρίες και κύριοι,
Αν αξίζει να είναι κανείς Έλληνας ελεύθερος μετέχοντας σε ένα νόημα διαφορετικό που ξεπερνά τον στενό  ατομοκεντρισμό και ανοίγει αιώνιους ορίζοντες, αξίζει τον κόπο. Αν όχι, ποιός ο λόγος τότε να μην κυβερνάται  από κάποιον «Αχμέτ» ή «Χανς» ή «Τζαίημς»; Να συνδιαχειρίζονται και τους φυσικούς πόρους και να ζούνε σε μια παγκοσμιομένη «ομίχλη»; Για τέτοια ιδανικά δεν αγωνίστηκαν το «‘21» ούτε σκοτώθηκαν και σακατεύτηκαν, μ’ όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες τους.
Η ιστορική λήθη και μάλιστα όταν είναι οργανωμένα κατευθυνόμενη και η διακοπή του ιστορικού νήματος που συνδέει με γεγονότα, πράξεις και τρόπο ζωής που απαντά στα ανθρώπινα, η απόρριψη της συσσωρευμένης εμπειρίας και σοφίας των προγόνων, ισοδυναμούν με εθνική αυτοχειρία. Και είναι πραγματικά τραγικό και μεγάλο κρίμα να τελειώσει ο ελληνισμός στα δικά μας χέρια.
Ο δρόμος της ξεκάθαρης και εθνικής θέσης βρίσκει ερείσματα στη μνήμη της πατρίδας εκεί που αναγεννήθηκε. Σ’ εκείνη τη χρονολογία του 1821 μετά Χριστόν, η οποία έχει τη δυναμική να παρορμά και να φρονηματίζει τον σύγχρονο Έλληνα δείχνοντας τον δρόμο σε ό,τι ιστορικά και πολιτικά σήμερα  είναι δραματικά το ζητούμενο.
Τελειώνοντας, θυμίζουμε τη ρήση του Οδυσσέα Ελύτη: «Όπου και να σας βρίσκει το κακό αδελφοί, όσο και να θολώνει ο νους μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».
Να τολμήσουμε να πούμε, μνημονεύετε και Κολοκοτρώνη, μνημονεύετε και Μακρυγιάννη, μνημονεύετε και Καραϊσκάκη και Καποδίστρια και Μπουμπουλίνα και Ρήγα Φεραίο. Μνημονεύετε και Λεωνίδα και Παύλο Μελά και Δαβάκη και Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Μνημονεύετε προ πάντων και μετά από τις παρελάσεις όλους εκείνους που τόλμησαν το αδύνατο γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι πιθανότητες ήσαν συντριπτικά εναντίον τους, για μια Ελλάδα αξιοπρεπή, οικουμενική και ελεύθερη.