Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Πειραιώς Σεραφείμ: Δίκαια η αθώωσις, αλλά άδικος η στρέβλωσις της νομικής πραγματικότητος


5c1aca7c10730512dc549367f5589ccb_L.jpg

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 23ῃ  Μαρτίου 2017

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ:
ΔΙΚΑΙΑ Η ΑΘΩΩΣΙΣ ΑΛΛΑ ΑΔΙΚΟΣ
Η ΣΤΡΕΒΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ
Ἡ ὁμόφωνος ἀθώωσις τῶν ἐμπλεκομένων στήν ὑπόθεσι τοῦ ἀνυπάρκτου καί πολιτικά κατασκευασμένου «σκανδάλου» τῆς Ἱ. Μονῆς Βατοπαιδίου μέ τήν αἰτιολογία τῆς ἐλλείψεως δόλου καί τῆς μή προκλήσεως ζημίας σέ βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἀποτελεῖ ἀπόδοση τοῦ δικαίου, ἡ δικανική ὅμως θέσις ὅτι ἡ λίμνη Βιστωνίδα καί οἱ παραλήμνιες ἐκτάσεις ἀνήκουν στό Ἑλληνικό Δημόσιο ἀποτελεῖ κραυγαλέα στρέβλωση τῆς νομικῆς πραγματικότητος καί τῆς νομολογίας τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) τοῦ ὁποίου ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 10/1993/405/483-484/9.12.1994 ἱστορική του Ἀπόφασι «Ἱερῶν Μονῶν κατά τῆς Ἑλλάδος» ἔχει ἐπιλύσει τελεσιδίκως τό ἰδιοκτησιακό καθεστώς καί τῆς συγκεκριμένης ὑποθέσεως.
Ἑπομένως ἡ ἀθώωσις ἀπό τό Τριμελές Ἐφετεῖο Κακουργημάτων τοῦ Πανοσιολ. Καθηγουμένου Ἀρχιμ. κ. Ἐφραίμ, τοῦ ἀδίκως ἐξυβρισθέντος καί δοκιμασθέντος ὑπέρ τῶν δικαίων τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας καί τῶν ὡσαύτως ἀδίκως ἐμπλακέντων στήν ὑπό κρίσι ὑπόθεσι ἔδει νά θεμελιοῦται στήν προφανῆ ἔλλειψη δόλου τελέσεως οἱασδήτινος παρανόμου ἐνεργείας ἀλλά πρωτίστως στό γεγονός ὅτι τό Νομικό Πρόσωπο τῆς Ἱ. Μονῆς Βατοπαιδίου ἔχον στήν νομήν, κατοχήν καί κυριότητά του τάς ἐν λόγῳ ἐκτάσεις συννόμως ἀπεδέχθη τήν ἀπαλλοτρίωσι ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας διά τῆς παραχωρήσεως ἀκινήτων ἀξιῶν κατόπιν τῆς ἀδυναμίας τῆς καταβολῆς κινητῶν ἀξιῶν.
Ἡ Ἀπόφασις τοῦ Τριμελοῦς Ἐφετείου Κακουργημάτων, εἶναι ποινικοῦ περιεχομένου, ἀλλά τό κρίσιμο ζήτημα ἐν προκειμένῳ εἶναι τό ἰδιοκτησιακό καθεστώς τῆς λίμνης Βιστωνίδος καί τῶν παραλημνίων ἐκτάσεων, διά τό ὁποῖο βέβαια θά ἀποφανθῆ ἡ τακτική Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ὅμως δεσμεύεται ἀπό τήν Ἀπόφαση τοῦ Ε.Δ.Α.Δ. καί ἐν οἵα περιπτώσει δέν ἀποδώσει τό δίκαιο εἰς τήν Ἱ. Μονήν Βατοπαιδίου θά τό ἀποδώση ἀσφαλέστατα τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο.
Τό Ἀστικό μας δίκαιο στό ἄρθρο 51 τοῦ Εἰσαγωγικοῦ Νόμου τοῦ ΑΚ διαλαμβάνει τά ἀκόλουθα: «Η απόκτησις κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους» καί ad hoc αὐτή ἡ διάταξη ἀπαντᾶ στήν ἀπό νομική ἄγνοια διακινουμένη ἄποψη, ὅτι μία λιμνοθάλασσα μέ τίς παραλήμνιες ἐκτάσεις δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀντικείμενα κυριότητος διότι θεωροῦνται βάσει τῶν ἄρθρων 966 καί 967 τοῦ ΑΚ ὡς ἐκτός συναλλαγῆς καί ὡς κοινόχρηστα, ἀλλά ἐδῶ εὑρίσκεται τό νομικό ζήτημα πού ἐπιλύεται ἀπό τήν διάταξη 51 τοῦ εἰσαγωγικοῦ Νόμου τοῦ ΑΚ καί ἀπό τήν προρρηθεῖσα Ἀπόφασι τοῦ ΕΔΑΔ. Διότι ἡ Ἱ. Μονή Βατοπαιδίου κατά τήν ἐποχή πού προσέκτησε τήν κυριότητα αὐτῶν τῶν ἐκτάσεων, (Βυζαντινή Αὐτοκρατορία) τό τότε ἰσχῦον δίκαιο «τῶν ἀοιδίμων ἡμῶν Βασιλέων (Αὐτοκρατόρων)» πού ἴσχυε καί μετά τήν ἀπελευθέρωση μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ΑΚ τό 1946 (Ἀρμενόπουλος-Βασιλικά) θεωροῦσε τά συγκεκριμένα ἀντικείμενα ἐντός συναλλαγῆς καί ἑπομένως νομίμως ἡ Ἱ. Μονή Βατοπαιδίου ἔχει τήν κυριότητα αὐτῶν καί σήμερον καί τά εὐτελιζόμενα ἀπό ἀμοίρους νομικῆς παιδείας «χρυσόβουλα» πού κατά τόν χρόνον τῆς προσκτήσεως τῆς κυριότητος τῶν εἰρημένων ἐκτάσεων, ἦταν νόμιμος τρόπος προσκτήσεως τῆς κυριότητος, εἶναι ἀπολύτως ἰσχυρά καί σήμερα καί ἐπάγουν ἐννόμους συνεπείας, ἀσχέτως τί ἰσχυρίζεται ὁ κάθε ἀδαής πού ἔχει ὡς ἐφαλτήριον τό θράσος τῆς ἀγνοίας του, ὅπως ἔχει νομολογήσει τό ΕΔΑΔ.
Ἱστορικά ἀναφέρομεν ὅτι ἡ ἀνωτέρω Ἀπόφασις τοῦ Ε.Δ.Α.Δ. εἶναι σημαντική διότι μέ αὐτήν ὅπως εὐστόχως σημειώνει ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Κωνσταντῖνος Ραμιώτης στό ἐμπεριστατωμένο πόνημά του: «Ἡ Ἐκκλησία μέσα στήν Ἑλληνική Πολιτεία», (Ἀθήνα 1997):
1. Δικαιώνεται ἡ παραβίαση μέ τόν Ν. 1700/1987 τῶν θεμελιωδῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν Ἱερῶν Μονῶν, πού προσέφυγαν στό ΕΔΑΔ κατά τοῦ Ν 1700/1988 (τόν γνωστό ὡς Νόμο Τρίτση) ὡς πρός τά περιουσιακά τους δικαιώματα.
 2. Ἀνατρέπει τήν Ἑλληνική νομολογία καί τίς ἀπόψεις τοῦ Σ.τ.Ε., ὅπως αὐτές διατυπώθηκαν μέ τήν ὑπ' ἀριθμ. 5057/87 ἀπόφασή του.
3. Ἰσχυροποιεῖται ἡ γνώμη τῆς μειοψηφίας ἡ ὁποία διατυπώνεται στήν ὑπ' ἀριθμ. 5057/87 ἀπόφαση (ΣτΕ) καί ὑπερισχύει πλέον τῆς πλειοψηφούσης γνώμης.
4. Ἀκυροῦται, ἐκ τῶν πραγμάτων, ἡ ὑπ' ἀριθμ. 5057/87 ἀπόφαση τοῦ Σ.τ.Ε., καθ’ ὅσον τό Διεθνές Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων εἶναι τό μόνο ἁρμόδιο νά κρίνη γιά τήν παραβίαση τῆς Διεθνοῦς συμβάσεως τῆς Ρώμης καί ὑπερτερεῖ τοῦ Σ.τ.Ε.
5. Τά Ἑλληνικά Δικαστήρια ὀφείλουν τώρα νά θέσουν ὡς βάση τῶν ἀποφάσεών τους γιά τίς ὑποθέσεις τῶν περιουσιακῶν δικαιωμάτων τῶν Ἱερῶν Μονῶν, τό αἰτιολογικό καί τό διατακτικό τῆς ἀπόφασης τοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 28 τοῦ Συντάγματος, καί νά συμμορφωθοῦν πρός τή σύμβαση τῆς Ρώμης ἀπόλυτα, ἄλλως ὑπόκεινται σέ κακοδικία. Ἡ ἄνω συνέπεια προκύπτει σαφῶς ἀπό τό ἄρθρο 28 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων δέν ἔχει τήν ἐξουσία νά τροποποίηση ἤ νά κατάργηση τήν ἐσωτερική νομοθεσία τῶν συμβαλλομένων Κρατῶν, οὔτε τήν ἐξουσία νά ἀναμόρφωση ἤ νά κατάργηση ἀποφάσεις πού ἐκδόθηκαν ἀπό διοικητικές ἤ δικαιοδοτικές ἀρχές τῶν κρατῶν αὐτῶν. Ἐνῶ ἐξ ἄλλου, δέον νά παρατηρηθῆ ὅτι τά συμβαλλόμενα Κράτη ἔχουν τήν ὑποχρέωση, σύμφωνα πρός τό ἄρθρο 53 τῆς συμβάσεως τῆς Ρώμης νά συμμορφωθοῦν πρός τίς ἀποφάσεις πού ἐκδόθηκαν ἐπί τῶν ὑποθέσεων στίς ὁποῖες ἦσαν διάδικοι. Ἐκτέλεση δέ τῆς ἀποφάσεως σημαίνει ἐκτέλεση τοῦ διατακτικοῦ της λαμβανομένων ὑπ' ὄψει ὅλων ἐκείνων τῶν αἰτιολογιῶν οἱ ὁποῖες συναρτῶνται πρός τό διατακτικό της ἀμέσως ἤ ἐμμέσως. Τά Κράτη, συνεπῶς, ὀφείλουν νά λάβουν ὅλα τά κατάλληλα μέτρα καί μέσα γιά νά ἐξαλείψουν τίς συνέπειες τῆς παραβάσεως τῆς συμβάσεως καί νά ἐνεργήσουν ὥστε ἡ νομοθετική ἤ κανονιστική διάταξη νά παύση νά ἐφαpμόζεται στή χώρα, κατά τόν τρόπο, ὁ ὁποῖος θά συνιστοῦσε παραβίαση τῆς συμβάσεως. Δηλαδή τά Κράτη-μέλη ὑποχρεοῦνται σέ νομοθετική ἀποκατάσταση τῶν θιγομένων δικαιωμάτων, κατ' ἀντίστροφον τρόπον πού τά παραβίασαν.
6. Εἰδικώτερα μέ τήν ἀπόφαση ἀναγνωρίζεται καί ὁρίζεται ὅτι ὁ ν.1700 παραβίασε:
α) Τό δικαίωμα τῶν Ἱερῶν Μονῶν στήν ἀδιατάρακτη ἀπόλαυση τῆς κυριότητος, νομῆς, κατοχῆς, χρήσης καί κάρπωσης ὅλης της ἰδιοκτησίας τους. Αὐτό συνιστᾶ παραβίαση τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ προσθέτου πρωτοκόλλου τῆς συμβάσεως τῆς Ρώμης περί προασπίσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων (θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν), καί
β) Τό δικαίωμα τῶν Ἱερῶν Μονῶν νά προσφύγουν στήν Δικαιοσύνη. Αὐτό συνιστᾶ παράβαση τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων καί συνεπῶς τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος.
7. Ἐξανάγκασε τήν Ἑλληνική Πολιτεία νά συμμορφωθῆ πρός τό περιεχόμενο τῆς διεθνοῦς συμβάσεως τῆς Ρώμης καί ψήφισε τό ἄρθρο 55 τοῦ ν. 2413/1996.
8. Μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων ἐπιλύεται ὁριστικά ἡ νομική θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέσα στήν Πολιτεία. Οἱ Ἱ. Μονές καί κατ' ἐπέκταση ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κρατικοί ἤ κυβερνητικοί Ὀργανισμοί παρά τόν χαρακτηρισμό τους ὡς Ν.Π.Δ.Δ. Ἔτσι ἡ ἀπόφαση παρατηρηρεῖ τά ἑξῆς:
«49. Ὅπως καί ἡ Ἐπιτροπή στήν Ἀπόφαση της περί τοῦ παραδεκτοῦ, τό Δικαστήριο παρατηρεῖ ὅτι οἱ αἰτοῦσες Ἱερές Μονές δέν ἀσκοῦν κυβερνητική ἐξουσία. Τό ἄρθρο 31 παρ. 1 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας περιγράφει τίς Ἱερές Μονές ὡς ἀσκητικά θρησκευτικά ἱδρύματα. Οἱ σκοποί τους -κυρίως ἐκκλησιαστικῆς καί πνευματικῆς φύσεως, ἀλλά καί πολιτιστικῆς καί κοινωνικῆς φύσεως σέ ὁρισμένες περιπτώσεις- δέν εἶναι τέτοιοι ὥστε νά τίς κατατάσσουν στούς Κρατικούς ὀργανισμούς πού ἔχουν ἱδρυθεῖ γιά δημόσιους-διοικητικούς σκοπούς. Ἀπό τήν κατάταξή τους στά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μπορεῖ νά συναχθεῖ μόνον ὅτι ὁ νομοθέτης —ἐξ αἰτίας τῶν εἰδικῶν δεσμῶν μεταξύ τῶν Ἱερῶν Μονῶν καί τοῦ Κράτους- ἐπιθυμοῦσε νά τούς δώσει τήν ἴδια νομική προστασία ἔναντι τρίτων πού ἔχουν καί ἄλλα νομικό πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω ἡ μόνη ἐξουσία τῶν μοναστηριακῶν συμβουλίων συνίσταται στήν ἔκδοση κανονισμῶν πού ἀφοροῦν τήν ὀργάνωση καί προαγωγή τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τήν ἐσωτερική διοίκηση κάθε Ἱερᾶς Μονῆς».
«83. Τό Δικαστήριο ἔχει ἤδη διαπιστώσει ὅτι ἡ Ἑλληνική νομοθεσία ἔδωσε στίς αἰτοῦσες Ἱερές Μονές νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου στίς ἔννομες σχέσεις τους, μέ σκοπό νά τούς ἐξασφαλίσει μεγαλύτερη προστασία».
9.        Μέ τήν ἀπόφαση ἐξ ἄλλου ξεκαθαρίζεται ἡ νομική φύση τῆς παραγράφου 1 (Α) τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ν. 1700/87. Τό δικαστήριο παρατηρεῖ τά ἑξῆς:
«61. Τό Δημόσιο πού δυνάμει τῆς παραγράφου 1 (Α) τοῦ ἄρθρου 3 θεωρεῖται ὅτι εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γεωργικῆς καί δασικῆς περιουσίας, αὐτομάτως ἀποκτᾶ τήν χρήση καί τήν κατοχή αὐτῆς, δυνάμει τῆς παραγράφου 1 (Β) τοῦ ἴδιου ἄρθρου. Κατά τή γνώμη τοῦ Δικαστηρίου, αὐτό δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα δικονομικό κανόνα πού ἀφορᾶ τό βάρος τῆς ἀπόδειξης ἀλλά μία οὐσιαστική διάταξη τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ μεταβίβαση τῆς πλήρους κυριότητος τῆς ἐπίδικης γῆς στό Δημόσιο». Καί ἔχει δίκαιο στήν διαπίστωση αὐτή.
10.        Ἡ Κυβέρνηση ἰσχυρίστηκε ὅτι ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 3 (1) (Α) δημιούργησε ἕνα ἁπλό τεκμήριο κυριότητος, ἕνα νομικό πλάσμα, τό ὁποῖο ἦταν εὐκόλως μαχητό διά τῆς ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου. Ἡ ἔκφραση «θεωρεῖται ὅτι ἀνήκουν στό... Δημόσιο» δέν σημαίνει ὅτι τό Δημόσιο πραγματικά ἀπέκτησε τήν κυριότητα τῆς ἐν λόγῳ περιουσίας. Δηλαδή ἡ Κυβέρνηση, πρός ἀπόκρουση τῶν αἰτήσεων ἰσχυρίστηκε ὅτι ἡ ἀνωτέρω διάταξη εἶναι μόνο ἕνα δικονομικό τεκμήριο. Τό Δικαστήριο, ὅμως, ἀποκρούει τόν ἰσχυρισμό αὐτό καί παρατηρεῖ ὅτι:
«58... Τό ἄρθρο 3(1)(Α) σέ συνδυασμό μέ τό ἄρθρο 1(1) ἀποστερεῖ τίς Ἱερές Μονές ἀπό τή δυνατότητα νά ἐπικαλεσθοῦν γιά τήν ἀπόδειξη τοῦ ἀντιθέτου, ὅλους τούς τρόπους κτήσεως κυριότητος πού προβλέπονται ἀπό τό Ἑλληνικό δίκαιο, μέ τούς ὁποίους πιθανῶς οἱ αἰτοῦσες Ἱερές Μονές ἀπέκτησαν τήν περιουσία τους. περιλαμβανομένης τῆς χρησικτησίας καί ἀκόμη καί τῶν ἀμετακλήτων ἀποφάσεων εἰς βάρος ἰδιωτῶν...».
11. Ὅσον ἀφορᾶ τή χρησικτησία τό Δικαστήριο ἐπισημαίνει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «60. Δέν εἶναι ἐφικτό γιά τό Δικαστήριο νά ἀναλάβει νά ἐξακριβώσει τό ἴδιο ποιές ἀπό τίς ἐπίδικες ἐκτάσεις γῆς μποροῦν νά θεωρηθοῦν κατά τό Ἑλληνικό Δίκαιο ὅτι ἀνήκουν στήν πραγματικότητα στό Δημόσιο. Παρατηρεῖ ὡστόσο ὅτι οἱ Ἱερές Μονές πού εἶναι πανάρχαια ἰδρυτικά μέρη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καί ἱδρύθηκαν πολύ πρίν δημιουργηθεῖ τό Ἑλληνικό Κράτος, ἔχουν ἀνά τούς αἰῶνες συσσωρεύσει σημαντική ἀκίνητη περιουσία. Χωρίς ἀμφιβολία, ἔγγραφοι τίτλοι κυριότητος πού ἀποκτήθηκαν κατά τή διάρκεια τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας καί τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἔχουν χαθεῖ ἤ καταστραφεῖ. Προκειμένου περί αὐτῶν τῶν γαιῶν, τίς ὁποῖες κατεῖχαν γιά τόσο μακρό χρονικό διάστημα, ἔστω καί χωρίς νόμιμο τίτλο, ἡ χρονική διάρκεια τῆς κατοχῆς πού ἀπαιτεῖται ὥστε νά θεμελιωθεῖ χρησικτησία τόσο ἔναντι τοῦ Δημοσίου ὅσο καί ἔναντι τρίτων εἶχε μετά βεβαιότητος συμπληρωθεῖ κατά τή στιγμή πού ὁ Νόμος 1700/87 ἐτέθη σέ ἰσχύ. Στό σημεῖο αὐτό τό Δικαστήριο προσδίδει ἰδιαίτερη σημασία στήν κτήση κυριότητος διά χρησικτησίας διότι δέν ὑπάρχει κτηματολόγιο στή Ἑλλάδα καί διότι ἦταν ἀδύνατη ἡ μεταγραφή τίτλων πρό τοῦ 1856 καί ἡ μεταγραφή κληροδοσιῶν καί κληρονομιῶν πρό τοῦ 1846.
12. Εἶναι σημαντικό τό ὅτι τό Δικαστήριο στήν ἄνω περίπτωση κατατάσσει τά ὑπό τοῦ δημοσίου λεγόμενα «διακατεχόμενα» καί ἐπιλύει τήν ἀμφισβήτηση, ὑπέρ τῶν ἀπόψεων τῶν Ἱερῶν Μονῶν ὅτι ἡ χρησικτησία ἐκάλυψε τούς ἀπωλεσθέντας ἐκ τῶν περιστάσεων καί τῆς διαδρομῆς τοῦ χρόνου τίτλους κυριότητος (ἔγγραφα στοιχεῖα).
13. Τό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων ξεκκαθαρίζει ὅτι τά χωρίς «νομίμους τίτλους» δηλ. τά «διακατεχόμενα» κατά τήν ἄποψη τοῦ Δημοσίου, εἶναι τά νεμόμενα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τίς Ἱερές Μονές, μέ τά προσόντα τῆς ἐκτάκτου ἤ τακτικῆς χρησικτησίας ἀκίνητα.
14. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό Δημόσιο δέν ἰσχυρίσθηκε στό Δικαστήριο τά ὅσα λέγει τό ἴδιο καί τό Νομικό Συμβούλιο τοῦ Κράτους περί ἁπλοῦ δικαιώματος «καρπώσεως» μέ τίς μνησθεῖσες,  γνωμοδοτήσεις του, ἀλλά περί κατεχομένων ἀπό τήν Ἐκκλησία (Ί. Μονές) χωρίς τίτλους ἀκινήτων καί ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ Ἱερές Μονές «κατεῖχαν ὡς ἁπλοί νομεῖς»! Καί στόν ἰσχυρισμό αὐτό τό Δικαστήριο ἀπαντᾶ μέ πλήρη σαφῆ, εἰδική καί ἐμπεριστατωμένη σοφῆ αἰτιολογία καί δικαιώνει τίς Ἱερές Μονές.
15. Ἀκόμα περισσότερο, πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι δέν ἰσχυρίστηκε τό Ἑλληνικό Δημόσιο (ἤ Κυβέρνηση) τά ὅσα, τό Ὑπουργεῖο Γεωργίας, ἰσχυρίσθη, περί «διακατοχικῶν δικαιωμάτων»! Ἡ ἐφεύρεση αὐτοῦ τοῦ ὅρου συνιστᾶ παραβίαση καί πάλι τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος καί τῆς συμβάσεως τῆς Ρώμης καί τοῦ προσθέτου πρωτοκόλλου αὐτῆς.
16. Αὐτές εἶναι μερικές ἀπό τίς ἐπισημάνσεις γιά τήν σημαντική αὐτή ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ἡ ἀπόφαση αὐτή ἀποτελεῖ σταθμό στή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καί εἶναι ἡ πρώτη πού ἀσχολεῖται μέ μία ὁλόκληρη Ἐκκλησία κράτους-μέλους τῆς Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, μέ αὐτό τό ἀντικείμενο.
Εἶναι, πάντως, ἄξιο παρατηρήσεως ὅτι τό Δικαστήριο μέ καταπλήσσουσα διεισδυτικότητα, παρατηρητικότητα, νομική ἀξιοσύνη καί ἐπιστημοσύνη, βαθύνεια, εὐθυκρισία καί ἀντικειμενικότητα, ἀναλύει σέ ὅλες τίς λεπτομέρειες, τίς συνέπειες καί τίς ὑποκρυπτόμενες μεθοδεύσεις, δολιότητες, καί σκοπιμότητες, τίς διατάξεις τοῦ ν. 1700/87 γιά νά κατάληξη στό πόρισμά του ὅτι ὁ νόμος αὐτός παραβιάζει τήν διεθνῆ σύμβαση τῆς Ρώμης καί τό πρῶτο πρωτόκολλο αὐτῆς.
Μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση κλείεται ὁριστικά καί ἀμετάκλητα τό κεφάλαιο τῆς ἀμφισβήτησης τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι σήμερα, ὅπως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἰσχυρίστηκε, ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, κατά παράβαση κάθε ἔννοιας δικαίου καί ἠθικῆς.
Μέ τήν ἀπόφαση αὐτή, ἡ ὁποία ἔχει δύο ἀποδέκτες: α) Τήν Ἑλληνική Πολιτεία (Κυβέρνηση) καί β) Τά Ἑλληνικά δικαστήρια, ἐμμέσως δημιουργεῖται στήν Ἑλληνική Πολιτεία, πρωτίστως, ἡ ἠθική, νομική καί πολιτική ὑποχρέωση νά ἄρη τίς συνέπειες τῶν ν. 1700/87 καί 1811/88. Ἤδη ἡ Πολιτεία συνεμμορφώθη στό σημεῖο αὐτό. Ἡ ἀπόφαση αὐτή εἶναι μία σημαντική νίκη τῶν Ἱερῶν Μονῶν καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Συμπέρασμα: Ἡ νομολογία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικιαωμάτων (ΕΔΑΔ) δικαιώνει πλήρως τήν Ἱεράν Μονήν Βατοπαιδίου πού εἶναι ὁ μόνος νόμιμος ἰδιοκτήτης τῆς Βιστωνίδος λίμνης καί τῶν παραλημνίων ἐκτάσεων ἐμβαδοῦ 27.000 στρεμμάτων. Ἐάν ἡ χώρα ἐπιθυμεῖ νά μετέχη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Νομικοῦ Πολιτισμοῦ καί τοῦ Πολιτισμοῦ τῶν Κρατῶν Δικαίου, ἡ νομική πορεία εἶναι μονόδρομος. Ἄς τό κατανοήσουν ὅλοι. Ἄλλως ὑπάρχει καί ὁ δρόμος τῆς Βορείου Κορέας ἤ τῆς Βενεζουέλας.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ