Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ο Οικουμενισμός & ο μητροπολίτης Πέτρας

vartholomaios-1.jpg

Πως κατάντησε έτσι η Κρήτη; Οικουμενιστικός πυρήνας κατατρώει την πίστη μας. Υπερασπιστής διαχριστιανικών και διαθρησκειακών διαλόγων ο Μητροπολίτης Πέτρας
Κατακαημένη λεβεντογέννα Κρήτη ποιος να στο έλεγε πως θα είχες αποβάλει ένα σωρό ζυγούς για να φτάσεις σήμερα να σκύβεις το κεφάλι στο δυνάστη του Οικουμενισμού!
Πριν από λίγες μέρες στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης πραγματοποιήθηκε, όπως ανέφερε το ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ σε προηγούμενο ρεπορτάζ του, εκδήλωση με αποκλειστικό θέμα πως θα “αγιοποιηθεί” η Σύνοδος του Κολυμπαρίου. Εκεί Κρητικοί και μη Ιεράρχες “ευλόγησαν” όσα συνέβησαν πριν από περίπου ένα χρόνο στην Κρήτη και καταφέρθηκαν ενάντια σε όσους έχουν επιλέξει την “αγία ανυπακοή” αντιδρώντες στις οικουμενιστικές εκτροπές του Φαναρίου και των εξαπτέρυγών του.
Η Κρήτη όμως, η Εκκλησία της οποίας ως γνωστόν υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, έχει συντονισμένη οικουμενιστική δράση. Εξελίσσεται σε ισχυρό οικουμενιστικό πυρήνα που κατατρώει την πίστη μας! Μόνο μερικοί “τρελόπαπες” έχουν σηκώσει μπαϊράκι διακόπτοντας την μνημόνευση των Επισκόπων τους…


Και σε τέτοιες περιπτώσεις μπαίνουν σε εφαρμογή τα “μεγάλα μέσα” όπως έγινε στην πρόσφατη “μεταστροφή” … ανυπάκουου ιερέα από τον Μητροπολίτη Ρεθύμνης.
Ένα από τα τελευταία παραδείγματα… νομιμοφροσύνης στις διαταγές του Φαναρίου ήταν η ομιλία την περασμένη Κυριακή στον Πατριαρχικό Ιερόν Ναό Αγίου Γεωργίου Φαναρίου του Μητροπολίτου Πέτρας και Χερρονήσου κ. Γερασίμου, κλασσικού εκπροσώπου της νουβελ βαγκ των θερμών υποστηρικτών του Φαναρίου!
Με ζήλο υπερασπίστηκε τους οικουμενικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους σημειώνοντας πως “η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε απεδέχθη τον θεολογικόν μινιμαλισμόν ή την αμφισβήτησιν της δογματικής παραδόσεως και του ευαγγελικού ήθους της”.
Και συμπλήρωσε πως οι “διάλογοι ουδέποτε εσήμαιναν, ούτε σημαίνουν και δεν πρόκειται να σημάνουν ποτέ οιονδήποτε συμβιβασμόν εις ζητήματα πίστεως. Οι διάλογοι αυτοί είναι μαρτυρία περί της Ορθοδοξίας”.
Χαρακτηριστικά ανέφερε:
“Η Εκκλησία του Χριστού, ρυθμίζουσα τον βίον αυτής κατά την ιστορικήν της εν τω κόσμω πορείαν, βάσει του Ευαγγελίου της Χάριτος έζησε πάντοτε εν διαλόγω. Διά τούτο η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία επιτελεί ενζήλους προσπαθείας προπαρασκευής και πραγματώσεως Πανορθοδόξων Διασκέψεων και συμμετοχής εις οικουμενικούς Διαλόγους με αδελφάς χριστιανικάς Ομολογίας, ανταποκρινομένη όχι μόνον εις τον ενδόμυχον πόθον πασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών «υπέρ της των πάντων ενώσεως», αλλά κυρίως εις την εν τω κήπω της Γεθσημανής, μικρόν προ του Θείου Πάθους, γενομένην Κυριακήν προσευχήν «ίνα πάντες εν ώσιν».
Τέλος, επετεύχθη, κατόπιν πολυχρονίων και επιπόνων Προσυνοδικών Διασκέψεων και χάριν εις την ανυποχώρητον και θεόσδοτον επιμονήν του Πρώτου της υπ΄ ουρανόν Ορθοδοξίας παρά τα ανιστόρητα και αδικαιολόγητα κατά την δωδεκάτην κυριολεκτικώς ώραν αναφυέντα έσωθεν, δυστυχώς, προσκόμματα, το μείζον και ιστορικόν γεγονός της συγκλήσεως εν τη Αποστολοβαδίστω και Αγιοτόκω Μεγαλονήσω Κρήτη, τετιμημένη κληρουχία του Οικουμενικού Θρόνου, τον πε-ρασμένον Ιούνιον της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. «Κύριος σκοπός της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ήτο η ενίσχυσις και η φανέρωσις της ενότητος όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά και η αντιμετώπισις διαφόρων συγχρόνων ποιμαντικών ζητημάτων, ακολουθούσα πιστώς το παράδειγμα των Αποστόλων και των θεοφόρων Πατέρων, μελετώντες και πάλιν το Ευαγγέλιον της ελευθερίας «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσε» (Γαλ.5:1).
Θεμέλιον των θεολογικών αναζητήσεων υπήρξε η βεβαιότης ότι η Εκκλησία δεν ζη διά τον εαυτόν της. Μεταδίδει την μαρτυρίαν του Ευαγγελίου της χάριτος και της αληθείας και προσφέρει εις όλην την οικουμένην τα δώρα του Θεού: την αγάπη, την ειρήνην, την δικαιοσύνην, την καταλλαγήν, την δύναμιν του Σταυρού και της Αναστάσεως και την προσδοκίαν της αιωνιότητος», ως αναφέρει εις το μήνυμά της η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, της οποίας «βασική προτεραιότης υπήρξε η διακήρυξις της ενότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στηριζομένη εις την την Θείαν Ευχαριστίαν και την Αποστολικήν Διαδοχήν των Επισκόπων».
Ευνόητον είναι ότι, διά να επιφέρη νέους καρπούς η υφισταμένη ενότης, επιβάλλεται να ενισχύεται συνεχώς και ανυστάκτως υπό του διαλόγου της καλής πίστεως και αφοβίας προς τους εγγύς και τους μακράν, τόσον δηλαδή εις ενδοορθόδοξον όσον και εις ευρύτερον επίπεδον, και πάντοτε εντός του πανορθοδόξως αποδεκτού πλαισίου δράσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συμφώνως προς το οποίον «Υπό το πνεύμα αυτό της κατανοήσεως του χρέους μαρτυρίας και προσφοράς, η Ορθόδοξος Εκκλησία ανέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν εις τον διάλογον … Διά μέσου του διαλόγου αυτού, ο λοιπός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα την Ορθοδοξίαν και την γνησιότητα της παραδόσεως αυτής. Επίσης γνωρίζει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε απεδέχθη τον θεολογικόν μινιμαλισμόν ή την αμφισβήτησιν της δογματικής παραδόσεως και του ευαγγελικού ήθους της. Οι διάλογοι ελειτούργησαν ως ευκαιρία διά την Ορθοδοξίαν, διά να αναδείξη το σέβας προς την διδασκαλίαν των Πατέρων και διά να δώση την αξιόπιστον μαρτυρίαν της γνησίας παραδόσεως της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Οι υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι ουδέποτε εσήμαιναν, ούτε σημαίνουν και δεν πρόκειται να σημάνουν ποτέ οιονδήποτε συμβιβασμόν εις ζητήματα πίστεως. Οι διάλογοι αυτοί είναι μαρτυρία περί της Ορθοδοξίας, εδραζομένη επί του ευαγγελικού μηνύματος «Έρχου και ίδε» (Ιωάν. α΄, 46), ότι «ο Θεός αγάπη εστίν» (Α΄ Ιωάν. δ΄, 8).
Πέραν δε τούτων, η σημερινή ευαγγελική περικοπή, η αφορώσα εις τον διάλογον του Κυρίου με την αλλοεθνή και διαφοροτρόπως λατρεύουσαν τον Θεόν Σαμαρείτιδα, μας δεικνύει την οδόν του διαλόγου προς πάσαν κατεύθυνσιν, όπου και αν υπάρχει άνθρωπος καλής θελήσεως αγνοών εισέτι τον αληθινόν Θεόν και υψών τας χείρας «τω αγνώστω Θεώ» (Πραξ.17.23), όπως οι δεισιδαιμονεστέροι των αρχαίων Ελλήνων Αθηναίοι.
Κατά συνέπειαν, η Εκκλησία μιμουμένη το παράδειγμα του Θεανθρώπου Ιησού, προχωρεί εύτολμος και προς τον Διαθρησκειακόν Διάλογον, εις μίαν μάλιστα εποχήν όπου η αναγκαιότης και το επιβεβλημένον της συνομιλίας και συναναστροφής μετ΄ εκπροσώπων των λοιπών θρησκευτικών πιστευμάτων καθίσταται εκ των ων ουκ άνευ, λόγω της αδιοράτου διαβρώσεως του συνεκτικού ιστού της μεταμοντέρνας παγκοσμιοποιουμένης κοινωνίας μας εκ του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και ζηλωτισμού, της ανεξελέγκτου επελάσεως της συστημικής τρομοκρατίας, της σκοπίμου αναζωπυρώσεως των πολεμικών συρράξεων και της αναποφεύκτου, ως μη ώφελε, εκριζώσεως των Χριστιανικών πληθυσμών εκ των πατρογονικών των εστιών εις την Μέσην κυρίως Ανατολήν. Τα αποτελέσματα των συνεπειών αυτών είναι εμφανή με την ραγδαίαν αύξησιν των μεταναστευτικών ροών και την πληθυσμιακήν και πολιτιστικήν αλλοίωσιν της εκκοσμικευμένης Ευρωπαικής, κατά βάσιν, Ηπείρου, της από καιρόν υφισταμένης τας οδυνηράς συνεπείας εκ της οικειοθελούς, εις επίπεδον αξιών και ιδανικών, απομακρύνσεώς της εκ των πολιτιστικών ριζών και των χριστιανικών της καταβολών.
Η Μήτηρ Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, διά του πεπνυμένου και πεφωτισμένου Πατρός και Πατριάρχου ημών πρωτοπορούσα και εν προκειμένω και αφουγκραζομένη κατά τρόπον διορατικόν και προφητικόν τα μηνύματα των καιρών, σταθερώς άγεται προς τον Διαθρησκειακόν Διάλογον, ώστε να γίνεται οσημέραι ορατή η θαυμαστή επικοινωνία των «εν Χριστώ πιστευόντων» (Ιωάν. 17.20) με τους συνανθρώπους του σύμπαντος κόσμου «του γνώναι τον Χριστόν» πάντα τα έθνη «και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού» (Φιλιπ. 3.10)”.