Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Πως η Ορθοδοξία ξεπέρασε την ψευδοσύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας

κληρικός τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς, Ὑποψήφιος Διδάκτωρ Θεολογίας
(Ἡ παροῦσα εἰσήγηση ἐκφωνήθηκε στό συνέδριο μέ θέμα «Μελέτες τοῦ Ἁγίου Ιωάννου», πού πραγματοποιήθηκε ὑπό τήν εὐλογία τοῦ Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Σόφιας καί Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. Νεοφύτου, στή Σόφια Βουλγαρίας, στίς 9 καί 10 Ἰουνίου 2017, καί τό ὁποῖο διοργάνωσε ἡ ἐνορία τοῦ ἀρχαίου Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (Ροτόντα). 

Ακολουθεί μετά το ελληνικό κείμενο και η μετάφραση στα Αγγλικά.
Σεβαστοί Πατέρες,                                                                                                                                      Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Πρώτα ἀπ’ὅλα, θά θέλαμε νά ἐκφράσουμε τήν εὐγνωμοσύνη μας πρός τήν Αὐτοῦ Μακαριότητα, τόν Μητροπολίτη Σόφιας καί Πατριάρχη Βουλγαρίας κ.κ. Νεόφυτο.
Δεύτερον, θά θέλαμε νά εὐχαριστήσουμε τήν Ὀργανωτική Ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου «Μελέτες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου» γιά τήν τιμή τῆς πρόσκλησής μας σ’αὐτό τό Συνέδριο.
Τέλος, θά θέλαμε νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Ἐπίσκοπός μας, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, παρέχει τήν εὐλογία του στό Συνέδριό μας καί εὔχεται σέ ὅλους μας τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τό θέμα, τό ὁποῖο θά ἀναπτύξουμε στήν ἀγάπη σας εἶναι «Πῶς ἡ Ὀρθοδοξία ξεπέρασε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας».
Στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, κατά τόν 15ο αἰώνα, πρίν τήν ἄλωση τῆς Πόλεως τό 1453, διαμορφώθηκαν κυρίως δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Τό πρῶτο στρατόπεδο, αὐτό τῶν λατινοφρόνων καί παποφίλων, μέ ἡγέτη τόν ἀποστάτη καί λατινόφρονα Βησσαρίωνα Νικαίας, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐνσωματώθηκε πλήρως στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί ἔγινε Καρδινάλιος, πρότεινε τήν συμμαχία μέ τήν Δύση πρός ἀπόκρουση τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου, καί ἐπηρέασε ἀποφασιστικά τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η' Παλαιολόγο, πού ἀγωνιοῦσε γιά τήν τύχη τῆς αὐτοκρατορίας, τόν ὁποῖο παρέσυρε στήν ταπεινωτική ὑπογραφή τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόλις χρόνια πρίν ἀπό τήν ἅλωση.
Τό δεύτερο στρατόπεδο, αὐτό τῶν Ὀρθοδόξων, μέ ἡγέτη τόν ἅγιο Μᾶρκο Ἀρχιεπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, ἀγωνίστηκε νά ἀποτρέψει τήν ψευδοένωση μέ τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί ἐπηρέασε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ. Ἤθελε τό Ἔθνος νά διασώσει πρό παντός τήν πολιτιστική του ὀντότητα καί αὐτοσυνειδησία, γιατί γνώριζε τήν ἀναμφισβήτητη ἱστορική ἀλήθεια ὅτι τά ἔθνη χάνονται, ὄχι ὅταν χάσουν τήν κρατική τους ὀντότητα, ἀλλά ὅταν χάσουν τήν πολιτιστική τους ταυτότητα, τήν ψυχή τους. Ἐφ' ὅσον ἡ ὁποιαδήποτε βοήθεια τῆς Δύσεως στίς διπλωματικές διαπραγματεύσεις προϋπέθετε τόν ἐκλατινισμό τῶν Ὀρθοδόξων, ἔπρεπε τό Ἔθνος νά στηριχθεῖ στίς δικές του δυνάμεις. Καί μολονότι προέβλεπαν ὡς ἀναπότρεπτη τήν ὑποταγή στούς ἀλλοθρήσκους, πίστευαν ὅτι θά δημιουργοῦνταν οἱ συνθῆκες τῆς ἀναβιώσεως καί τῆς παλιγγενεσίας. Ὑπό τό πρόσχημα τῆς βοηθείας, οἱ Δυτικοί οὐσιαστικῶς θά κατακτοῦσαν καί πάλι τήν Κων/λη. Κατάκτηση καί ἡ μία, κατάκτηση καί ἡ ἄλλη. Στήν ὑπό τούς Τούρκους, ὅμως, κατάκτηση θά παρέμενε τό πλεονέκτημα τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, τό ὅτι δηλ. τό Ἔθνος δέν θά πρόδιδε οἰκειοθελῶς τίς παραδόσεις του, δέν θά θυσίαζε τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τό οὐσιαστικώτερο στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς του ταυτότητας. Ἐπιπλέον, ἡ μεγάλη πολιτιστική ὑπεροχή ἔναντι τῶν Τούρκων καί τό παντελῶς ἀνόμοιο τοῦ θρησκεύματος θά ἀποτελοῦσαν δυσμενεῖς παράγοντες γιά τόν πλήρη ἐξισλαμισμό, ἐνῶ ἀντίθετα μέ τούς Φράγκους ὁ ἐκλατινισμός θά ἦταν εὐκολώτερος.
Ἡ ψευδοένωση Φερράρας-Φλωρεντίας ἐπιβλήθηκε ἐκ τῶν ἄνω καί εἶχε πολιτικά κίνητρα, τελείως ξένα πρός τόν πνευματικό στόχο τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης καί τῆς ἀληθινῆς ἑνώσεως. Γι' αὐτό καί ἀνατράπηκε ἐκ τῶν κάτω καί εἶναι πλέον, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Κ. Heussi, ἕνα ἁπλό χαρτί[1]. Οἱ Ὀρθόδοξοι, λόγῳ τῆς κατεπείγουσας καί ἀγωνιώδους ἀνάγκης νά λάβουν βοήθεια, ἀντί νά μεταβοῦν στή πόλη τῆς Βασιλείας καί νά στηρίξουν τήν ἐκεῖ ἀντιπαπική Σύνοδο, σύρθηκαν σέ μία λεγομένη «σύνοδο» ἀσυνήθους διαδικασίας καί διάρκειας, ὑποχώρησαν σ’ ὅλες τίς ἀπαιτήσεις τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν, καί προσέφεραν στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ ἀνεκτίμητη βοήθεια καί ἀναγνώριση, χωρίς νά λάβουν τά συμφωνηθέντα ἀνταλλάγματα. Ἐνίσχυσαν, ἐν πρώτοις, μέ τήν συμμετοχή τους τό κῦρος τοῦ αἱρεσιάρχη «Πάπα» Εὐγενίου τοῦ Δ', τόν ὁποῖο ἡ μεταρρυθμιστική Σύνοδος τῆς Βασιλείας εἶχε καθαιρέσει, καί συνετέλεσαν ἔτσι στή διάλυση αὐτῆς τῆς Συνόδου, ἀλλά καί τῶν ἐλπίδων γιά ἐκδημοκρατισμό τῆς ἀπολυταρχικῆς μοναρχίας τοῦ αἱρεσιάρχη «Πάπα». Νομιμοποίησαν κατόπιν, μέ ἀπόφαση τῆς ψευδοσυνόδου, τίς ἐπιδιώξεις τῶν «Παπῶν», περί πρωτείου καί κυριαρχίας ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Κυρίως, ὅμως, προσέφεραν στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ τήν βάση, πάνω στήν ὁποία στηρίχθηκαν οἱ ἑπόμενες ψευδοσύνοδοι τοῦ Τριδέντου (1545-1563) καί τῆς Α' Βατικανῆς (1870) γιά τήν δογματοποίηση τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ «Πάπα». Αὐτό, πού ἐπί αἰῶνες ἐπεδίωκε νά ἐπιτύχει ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ μέ συστηματική νόθευση κειμένων, τό προσέφεραν οἱ λατινόφρονες καί παπόφιλοι «Ὀρθόδοξοι» στήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας.
Αὐτή, λοιπόν, τήν προσφορά τῶν λατινοφρόνων πρός τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ ἀγωνίστηκαν καί πέτυχαν νά ἀκυρώσουν ὁ φύλακας τῆς πίστεως, Ὀρθόδοξος λαός τῆς Κων/λεως, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος[2].
  1. Ἡ ὀργή τοῦ φύλακα τῆς πίστεως, Ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς Κων/λεως
Στήν Κων/λη ὁ Ὀρθόδοξος λαός δέν εἶχε κάνει δεκτή τήν ψευδοένωση, γιατί ἤθελαν τήν καλή ἕνωση μέ τούς Παπικούς, ἐπί τῇ βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως καί Ζωῆς[3]. Ἔτσι, τό πλῆθος ἦταν ἐνθουσιασμένο μέ τή σθεναρή στάση, πού κράτησε ὁ ἅγιος Μᾶρκος κατά τή διάρκεια τῆς ψευδοσυνόδου. Τόν ὑποδέχθηκε θριαμβευτικά, θεωρώντας τον πραγματικό ὑπέρμαχο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἔβλεπε τόν ἅγιο Μᾶρκο ὡς τόν μοναδικό Ἱεράρχη, πού εἶχε τό θάρρος καί τήν ἱκανότητα νά ὑπερασπισθεῖ τήν ὀρθή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐπιστροφή τῆς ὀρθόδοξης ἀντιπροσωπίας στήν Κων/λη ὑπῆρξε ἐρέθισμα γιά τή γενικότερη ἔκφραση τῆς δυσφορίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως. Τήν 1η-2-1440 ἀποβιβάζονταν στήν Κων/λη, ἐπανακάμπτοντας ἀπό τήν Φλωρεντία, οἱ λατινόφρονες Ἕλληνες Ἀρχιερεῖς, τούς ὁποίους, μέ ἔκδηλη ἀγωνία, ἀνέμεναν τά πλήθη τοῦ λαοῦ. Ὁ λαός τῆς Βασιλεύουσας γιά δύο ὁλόκληρα χρόνια δέν δοκίμαζε τόση ἀγωνία ἀπό τήν ἀπειλή τῶν Τούρκων, ὅση ἀπό τούς ἀόριστους φόβους του, μήπως στήν Φλωρεντία κινδυνεύσουν τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς πίστεως τῶν Πατέρων του. Ὁ λαός ζητοῦσε νά μάθει, ἄν στήν Φλωρεντία νίκησε ἡ Ὀρθοδοξία. Οἱ προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας, διαισθανόμενοι τήν ὀργή τοῦ λαοῦ, ἀπαντοῦσαν, μεταμελημένοι : «πουλήσαμε τήν πίστη μας˙ ἀνταλλάξαμε τήν εὐσέβεια μέ τήν ἀσέβεια˙ προδίδοντας τήν καθαρή θυσία, γίναμε ἀζυμῖτες…»[4]. Σύμφωνα μέ τόν Δούκα, οἱ ἐφιάλτες τῆς Ὀρθοδοξίας, κατάμεστοι αἰσχύνης καί τρέμοντας τήν κατακραυγή τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, καταριόντουσαν τήν ὥρα, κατά τήν ὁποία ὑπέγραψαν τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς Φλωρεντίας : «ἡ δεξιά αὐτή ὑπέγραψε, ἔλεγαν, νά κοπεῖ˙ ἡ γλώσσα ὡμολόγησε, νά ἐκριζωθεῖ»[5].
Ὀ λαός τῆς Κων/λεως ἀπό τήν πρώτη στιγμή συντάχθηκε μέ τό μέρος τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ἀνάγκασε τούς ἀργυρώνητους προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας νά χτυποῦν τά στήθη τους, ἐπιδεικνύοντας μεταμέλεια, ἐπειδή συνέπραξαν στήν τραγωδία τῆς Φλωρεντίας. Ἤδη ὁ λαός εἶχε ἀκούσει ἀπό τό στόμα τοῦ ἁγίου Μάρκου ὅτι ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας θά ἀνατραπεῖ καί ἡ ψευδοένωση θά ἀκυρωθεῖ[6]. Καί αὐτός ἀκόμη ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης, φοβούμενος τήν ἐξέγερση τοῦ λαοῦ, δέν μίλησε ὑπέρ τοῦ ὅρου τῆς Φλωρεντίας[7]. Ὁ λαός, στοιχώντας στίς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, οὔτε τόν Πατριάρχη οὔτε τόν Αὐτοκράτορα φοβόταν. Ὁ Σύλβεστρος Συρόπουλος γράφει ὅτι «οἱ πιστοί τῆς Κων/λης περισσότερο στηρίζονταν καί καταφρονοῦσαν τά γεγονότα στή Σύνοδο καί παρασιωποῦσαν καί τό μνημόσυνο τοῦ Βασιλιᾶ»[8]. Οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοί τῆς Κων/λεως ἀρνοῦνταν νά συλλειτουργήσουν μέ τούς λατινόφρονες. Στήν Κων/λη «οὔτε ὁ πάπας μνημονεύονταν, οὔτε ὁ ὅρος ἀναγνώσθηκε, οὔτε κάτι ἄλλο καινοτομήθηκε»[9].
Ἡ ἐξέγερση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ κατά τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φλωρεντίας ἦταν τέτοια, ὥστε σύντομα ἀναγκάστηκαν ὅλοι σχεδόν οἱ Ἕλληνες Ἐπίσκοποι, πού ὑπέγραψαν τήν ψευδῆ ἕνωση, ν’ ἀνακαλέσουν τήν ὑπογραφή τους μέ νεώτερη δήλωση[10]. Ἡ ἀντίδραση τοῦ λαοῦ τῆς Κων/λεως κατά τῶν λατινοφρόνων, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἐμφανιζόταν μεγαλύτερη καί περισσότερο ὀργανωμένη. «Οἱ λατινόφρονες ἀποφεύγονταν. Οἱ ὑποστηρικτές τῆς ψευδοενώσεως βρίσκονταν ὅλο καί περισσότερο ἀπομονωμένοι. Στούς ναούς, πού λειτουργοῦσαν, δέν σύχναζαν πιστοί. Ἀκόμη καί αὐτοί, πού τούς ἐπισκέπτονταν ἀπό περιέργεια, οἱ φίλοι τους τούς ἀπέφευγαν»[11]Ὁ Ὀρθόδοξος λαός δέν ἤθελε νά ἔχει ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς λατινόφρονες Ἐπισκόπους καί κληρικούς. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος σέ ἐπιστολή του ἀπό τήν Λῆμνο, ὅπου ἦταν ἐξόριστος, πρός τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη στόν Εὔριπο περιγράφει αὐτήν τήν ἀντίδραση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ: «Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀδελφούς, παίρνοντας θάρρος ἀπό τήν ἐξορία μου, ἐλέγχουν τούς ἀλιτήριους καί παραβάτες τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῶν πατρικῶν θεσμῶν, καί τούς δυσφημίζουν παντοῦ ὡς καθάρματα, χωρίς νά ἀνέχονται οὔτε νά συλλειτουργοῦν μ’αὐτούς, οὔτε νά τούς μνημονεύουν ὡς Χριστιανούς»[12].
Ἀπό τήν ἀνωτέρω περιγραφή καταδεικνύεται ἡ στάση τοῦ λαοῦ καί ἡ συμβολή του στήν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ λαός, ὄχι μόνο γνώριζε τήν πίστη του, ἀλλά καί τήν στάση, πού ἔπρεπε νά κρατήσει, ὅταν αὐτή προδιδόταν. Καί ἡ στάση αὐτή ἧταν ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τους λατινόφρονες.
2. Ἅγιος Μᾶρκος Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, ὁ ἄτλας τῆς Ὀρθοδοξίας
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὅπως ὅλοι οἱ μετά τό σχίσμα ἅγιοι Πατέρες, ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐκμεταλλευόμενος τήν παντελῆ ἐξασθένηση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, θέλησε νά ὑποτάξει τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία θά τοῦ δινόταν ἐκ τῶν προτέρων ὡς ἀντάλλαγμα, προκειμένου νά βοηθήσει, ὅπως ἔλεγε, στρατιωτικά και οἰκονομικά τήν καταρρέουσα αὐτοκρατορία. Εἶναι γεγονός ὅτι, ἄν δέν ὑπῆρχε, κατ’ εὐδοκίαν Θεοῦ, σ’ αὐτήν τήν κρίσιμη γιά τήν Ὀρθοδοξία περίοδο ὁ ἅγιος Μᾶρκος, θά εἶχε φραγκέψει,  ἐκλατινιστεῖ ὅλη ἡ Ἀνατολή καί ἡ ἀληθινή πίστη θά εἶχε ἐξαλειφθεῖ ἀπό τή γῆ.
Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος δέν ἀγωνίσθηκε μόνο κατά τή ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας-Φερράρας, πρᾶγμα πού εἶναι σέ πολλούς γνωστό, ἀλλά ἀγωνίσθηκε καί μετά τήν ὑπογραφή τῆς συμφωνίας καί τήν ἐπάνοδο στήν Κων/λη. Αὐτοί μάλιστα οἱ τελευταῖοι ἀγῶνες του, οἱ ὁποῖοι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστοι, ἔχουν ἴσως μεγαλύτερη σημασία, διότι θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι οἱ κατά τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας ἀγῶνες του δέν τελεσφόρησαν, ἐφ’ὅσον ὑπογράφτηκε τελικῶς ἡ ψευδοένωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, ἐνῶ οἱ μετά τήν ψευδοσύνοδο ἀγῶνες του εἶχαν πλήρη ἐπιτυχία, ἐπειδή ἔγιναν αἰτία νά ἐπανέλθει ἡ Ὀρθοδοξία καί νά καταδικασθεῖ συνοδικῶς ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας καί μαζί ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ.
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, ἀφοῦ ἐπέστρεψε ἀπό τήν Φλωρεντία, ἕνα καί μοναδικό σκοπό ἔθεσε. Ν’ ἀγωνιστεῖ καί ν’ ἀποδείξει παράνομη, ἀντικανονική, ἀντορθόδοξη καί ἄκυρη τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας καί τόν ὅρο τῆς ψευδοῦς ἑνώσεως Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, πού ὑπογράφτηκε ἀπ’ὅλους. Τό καϊαφικό συνέδριο τῆς Φλωρεντίας ἔπρεπε μέ κάθε θυσία ν’ ἀποκηρυχθεῖ ἀπό ὅλο τό ὀρθόδοξο πλήρωμα. Ὁ γενναῖος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου ἔθεσε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας καί τόν «ἑνωτικό» ὅρο της στήν κρίση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως τοῦ φύλακα τῆς Ὀρθοδοξίας ὀρθοδόξου λαοῦ.
Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Μᾶρκος διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅλους ὅσους ὑπέγραψαν τήν ψευδοένωση στήν Φλωρεντία καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦσαν. Ἀρνήθηκε νά ἔλθει σέ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τόν νέο λατινόφρονα Πατριάρχη Κων/λεως Μητροφάνη καί τούς ὁμόφρονές του.
Ἀναφέρει ὁ ἴδιος: «ἐγώ, λοιπόν, ἀφοῦ χωρίστηκα ἀπ'αὐτούς (τούς λατινόφρονες), γιά νά εἶμαι ἑνωμένος μέ τούς ἁγίους πατέρες καί διδασκάλους, κάνω σέ ὅλους φανερή τήν γνώμη μου μέ τά γραφόμενά μου, ὥστε νά μπορεῖ ὁ καθένας, πού θέλει, νά κρίνει, ἄν ἔχαιρα γιά τά ὑγιῆ δόγματα ἤ ἄν δέχθηκα τήν γενομένη ἕνωση μέ διεστραμμένα δόγματα καί διδασκαλίες»[13].
Ὁ Σ. Συρόπουλος, ἀναφερόμενος στήν διαδικασία γιά τήν ἐκλογή τοῦ νέου Πατριάρχου, λέγει ὅτι ὁ ἅγιος Μάρκος δέν εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία οὔτε μέ τή Σύνοδο. «Ὁ βασιλιάς καί οἱ ἄρχοντες δέν ἔκαναν καθόλου λόγο γιά τόν Ἐφέσου, γιά νά παραστεῖ στήν ψηφοφορία, ἐπειδή τόν βρῆκαν νά εἶναι χωρισμένος ἀπό ὅλους, πού ἀποτελοῦσαν τήν Σύνοδο»[14].
Ἐκτός ἀπό τήν προσωπική του παύση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τούς λατινόφρονες, ὁ ἅγιος Μᾶρκος παρότρυνε τόν κλῆρο καί τόν λαό οὔτε αὐτοί νά   ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν αἱρεσιάρχη «Πάπα» καί τούς γραικολατίνους.
Λέγει ὁ ἴδιος: «Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, κι ἐσεῖς, ἀδελφοί, τήν κοινωνία μέ τούς ἀκοινώνητους καί τή μνημόνευση τῶν ἀμνημονεύτων. Νά, ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός Μᾶρκος, σᾶς λέω ὅτι αὐτός, πού μνημονεύει τόν πάπα ὡς ὀρθόδοξο ἀρχιερέα, εἶναι ἔνοχος, ὥστε νά ἐκπληρώσει ὅλο τόν λατινισμό, καί νά φτάσει μέχρι τό σημεῖο νά κουρέψει ἀκόμη καί τά γένεια του. Ὁ λατινόφρων θά κριθεῖ μαζί μέ τούς Λατίνους καί θά λογισθεῖ ὡς παραβάτης τῆς πίστεως»[15]«Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί, τούς εἰσηγητές καί ἐπιβεβαιωτές τῆς λατινικῆς καινοτομίας»[16]. «Νά τούς ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί (τούς λατινόφονες) καί τήν κοινωνία μ'αὐτούς. Γιατί αὐτοί εἶναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι ἐργάτες, πού μετασχηματίζονται σέ ἀποστόλους Χριστοῦ». Καί καταλήγει: «Νά στέκεστε, κρατώντας τίς ἔγγραφες καί ἄγραφες παραδόσεις, πού παραλάβατε, γιά νά μήν συναρπαχθεῖτε ἀπό τήν πλάνη τῶν ἀθέσμων καί ἐκπέσετε ἀπό τόν ἐπιστηριγμό σας»[17].
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ἔχει, θά λέγαμε, στό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας κάτι τό μοναδικό, τό ὁποῖο, ἀφ’ ἑνός μέν θά εἶναι μεγίστη ἀπώλεια, ἄν δέν σημειωθεῖ, ἀφ’ ἑτέρου δέ δεικνύει τήν βεβαιότητα καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε, ἀπομακρυνόμενος ἀπό τούς φορεῖς τῆς αἱρέσεως. Αὐτό τό μοναδικό εἶναι ὅτι ἤθελε νά διατηρήσει τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ὄχι μόνο ἐν ὅσῳ ζοῦσε, ἀλλά καί μετά θάνατον.
Ὅταν, λοιπόν, πλησίασε τό τέλος τοῦ ἁγίου Μάρκου καί βρίσκονταν πλησίον του οἱ Ὀρθόδοξοι συναγωνιστές του, καθώς ἐπίσης καί πολλοί ἄλλοι ἐπίσημοι καί μή, ἄφησε τίς τελευταῖες ὁδηγίες, οἱ ὁποῖες μιλοῦν γιά τήν μετά θάνατον διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας του. Τό κείμενο αὐτό εἶναι ἕνα ὁμολογιακό κειμήλιο, τό ὁποῖο καί μόνο του χαρακτηρίζει τόν ἅγιο. Δείχνει ὅτι, ἐνῶ βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχει νεανικό παλμό καί δύναμη. Δείχνει τό πόσο εἶχε κατανοήσει ὁ ἅγιος τήν ἀξία τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε σ’αὐτήν, καί ἐπιπλέον ὅτι, ἀναχωρῶντας ὁ ἴδιος ἀπό τήν παροῦσα ζωή, εἶχε τήν καθαρή καί ἀνόθευτη πίστη ὡς τό μεγαλύτερο ἐφόδιο πρός συνάντηση τοῦ Κυρίου. Εἶχε τήν συναίσθηση ὅτι, ὡς διακόψας τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ἀπό’δῶ, θά συναντοῦσε τούς διακόψαντας τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ἁγίους, τούς διωγμένους γιά τήν πίστη, τούς μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί ὅλους ὅσους ἀγάπησαν τήν καθαρότητα καί ἀκεραιότητα τῆς πίστεως καί ὅσους ἔπαθαν γι’αὐτήν. Μέ ὅλους αὐτούς εἶχε ταυτισθεῖ στήν παροῦσα ζωή καί γι’αὐτό καί μετά θάνατον ἤθελε νά γνωρίζουν ὅτι παραμένει σ’αὐτή τήν πίστη.
Τά βασικά σημεῖα τῆς ὁμιλίας εἶναι τά ἑξῆς : Μέ ὅλους ὅσους εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία γιά τά θέματα τῆς πίστεως, δέν ἤθελε οὔτε στήν κηδεία του οὔτε στό μνημόσυνό του νά παρευρεθοῦν, οὔτε πολύ περισσότερο νά φορέσουν ἄμφια, τάχα γιά νά τόν τιμήσουν, ὁ Πατριάρχης δηλ. καί οἱ Ἀρχιερεῖς του. Δέν ἤθελε νά νομισθεῖ ἀπό τούς πολλούς, ἔστω καί ὡς ὑπόνοια, ὅτι κρυφά εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Δέν ἐπιθυμοῦσε μέ τούς λατινόφρονες, Πατριάρχη καί Ἀρχιερεῖς, καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία, οὔτε καί μετά θάνατον. Δήλωνε ὅτι ἧταν πεπεισμένος ὅτι, ὅσο ἀπομακρυνόταν ἀπ’ αὐτούς ἐκκλησιαστικά, τόσο προσέγγιζε τόν Θεό, ἑνωνόταν μέ τήν ἀλήθεια καί τούς ἁγίους. Ὅσο ἀπεναντίας πλησίαζε αὐτούς, τόσο ἀπομακρυνόταν ἀπό τόν Θεό καί τούς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἤθελε, ἀναφέρει τελειώνοντας, καμμία κοινωνία ἐκκλησιαστική, γιά να μήν ἀναμιχθοῦν στήν πίστη τά ἄμικτα[18].
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἀσφάλισε τούς πιστούς ἀπό τόν κίνδυνο τοῦ ἐκλατινισμοῦ καί διήγειρε κάθε ὀρθόδοξη συνείδηση ἐναντίον τῆς παπικῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία μηχανευόταν τά παντα, γιά νά ὑποδουλώσει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι συμμορφώνονταν πρός τά σαλπίσματα τοῦ ἀρχηγοῦ, ἁγίου Μάρκου, καί δέν συλλειτουργοῦσαν μέ τούς λατινόφρονες, δέν ἐπικοινωνοῦσαν μ’αὐτούς, καί δέν μνημόνευαν τούς ψευδεπισκόπους, πού ὑπέγραψαν τήν ψευδῆ ἕνωση τῆς Φλωρεντίας.
  1. Γεννάδιος Σχολάριος. Ὁ πρῶτος Πατριάρχης Κων/λεως μετά τήν Ἅλωση
Στό πλευρό τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στάθηκε ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, ὄχι ὡς ἕνας ἁπλός ὀπαδός ἤ σημαντικό μέλος. Εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Μάρκου, ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα του. Γι' αὐτό καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος τόν ἐπέλεξε ἐπισήμως, λίγο πρίν πεθάνει, ὡς συνεχιστή τῶν ἀγώνων του. Πίστευε μάλιστα καί δικαιώθηκε ὅτι ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος θά διεξήγαγε ἐπιτυχέστερα τόν ἀγώνα, λόγῳ τῶν πολλῶν καί ἀναμφισβητήτων προσόντων του, τῆς μεγάλης πολιτικῆς καί διοικητικῆς ἐμπειρίας καί τῆς δυνατότητας νά ἐπηρεάζει τόν αὐτοκράτορα, ὡς ἀνώτατος κρατικός ἀξιωματοῦχος καί σύμβουλος. Ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος μέ τούς σθεναρούς καί ἐπίμονους ἀγῶνες του κατέστησε στήν πράξη ἀνεφάρμοστο τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, ἐπηρεάζοντας τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Παλαιολόγο καί ἐκφράζοντας τήν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄς σημειωθεῖ ὅτι, ἐκτός ἀπό τόν ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, πού ἄντεξε στούς ἐξευτελισμούς καί στίς πιέσεις καί δέν ὑπέγραψε τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς ψευδοσυνόδου, τρία ἀκόμη πρόσωπα ἔφυγαν κρυφά, λίγο πρίν ἀπό τήν ὑπογραφή, γιά νά μή δεχθοῦν πιέσεις. Ὁ ἀδελφός τοῦ αὐτοκράτορα, δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος, ὁ γνωστός φιλόσοφος τοῦ Μυστρᾶ Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός καί ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος καί ὁρισμένοι ἄλλοι.
Θά περίμενε κανείς ὅτι, μετά τήν ἐπιστροφή τῆς ἀντιπροσωπείας στήν Κων/λη, ὁ Γεννάδιος θά ἔπεφτε στή δυσμένεια τοῦ βασιλέως καί θά ἔχανε τά ὑψηλά διοικητικά ἀξιώματα, πού κατεῖχε, ὡς καθολικός σεκρετάριος τοῦ βασιλέως, γενικός γραμματέας δηλ. τῶν ἀνακτορικῶν ὑπηρεσιῶν, καί καθολικός κριτής τῶν Ρωμαίων, γενικός δικαστής, δηλ., κάτι σάν πρόεδρος του Ἀρείου Πάγου ἤ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Συνέβη, ὅμως, τό ἀντίθετο. Κράτησε ἀκόμη καί τήν θέση του ὡς ἐπισήμου ὁμιλητῆ κάθε Παρασκευή σέ αἴθουσα τῶν ἀνακτόρων, ἐπί θεολογικῶν καί ἠθικῶν θεμάτων, μέ τήν παρουσία τοῦ βασιλιᾶ καί τῆς συγκλήτου.
Ἀποκορύφωμα αὐτῆς τῆς εὐνοϊκῆς ὑπέρ τῶν Ὀρθοδόξων στάσεως τοῦ αὐτοκράτορα ἧταν ὅτι ἐπέτρεψε στόν Σχολάριο νά ἀντιπαραταχθεῖ ἐλευθέρως πρός τόν ἀπεσταλμένο τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» θεολόγο, λεγόμενο «ἐπίσκοπο» Κορτώνης Βαρθολομαῖο Lapacci, κατά τίς συζητήσεις στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ, οἱ ὁποῖες διεξήχθησαν κατ’ἄλλους μέν τό 1444, κατ’ἄλλους δέ τό 1445[19]. Κατά τίς συζητήσεις αὐτές ἐπιδίωξη τῶν αἱρετικῶν παπικῶν ἦταν ἡ ἀνανέωση τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας. Γι’αὐτό παρίσταντο ὁ καρδινάλιος καί ἀνηψιός τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» Francesco Condulmer καί πολλοί ἀπό τους λατινόφρονες. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου ἦταν συντριπτική. Ὁ ἐπίσημος θεολόγος τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» ὑπέστη δεινή ἧττα καί κανείς ἀπό τούς παρισταμένους δέν τόλμησε νά τείνει χεῖρα βοηθείας πρός τόν λεγόμενο «ἐπίσκοπο», πού δεχόταν ἰσχυρά χτυπήματα. Συντετριμμένος ἀπό τήν ἐμφάνιση τοῦ Γενναδίου ὁ Ἰσίδωρος Ρωσίας, καρδινάλιος πλέον, ἐπιδόθηκε σέ πολυχρόνια προσπάθεια συλλογῆς ὑλικοῦ ἀπό τά πρακτικά τῶν συνόδων, γιά νά ἀντιμετωπίσει τόν Γεννάδιο, χωρίς ὅμως νά τό ἀποτολμήσει, ὅταν κατά τό 1452 ἔγινε νέα ἀπόπειρα ἀνανεώσεως τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου.
Τό ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ δέν ἧταν ἁπλῶς μία θεαματική νίκη στόν θεολογικό διάλογο μέ προσωρινές ἐντυπώσεις. Ἧταν οὐσιαστικῶς διόρθωση καί ἀνάκληση τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς Φλωρεντίας. Μετά τίς συζητήσεις συνετάγη τόμος, ὁ ὁποῖος ὑπογράφτηκε ἀπό τό μεγαλύτερο μέρος ὅσων ὑπέγραψαν τόν ὅρο τῆς Φλωρεντίας, τόν ὁποῖο γιά δεύτερη φορά ἀποκήρυτταν, μετά τήν πρώτη ἀποκήρυξη ἀμέσως μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Ἰταλία. Ἡ σκέψη περί ὑπογραφῆς νέου λιβέλλου πίστεως ἀνήκει στόν βασιλιά, ὁ ὁποῖος θέλησε, μ’αὐτή του τήν ἐνέργεια, ν’ ἀπορρίψει ἀπό τήν συνείδησή του τό βάρος τῶν ταπεινωτικῶν συνθηκῶν τῆς Φλωρεντίας[20].
Ἡ ἔκβαση τῶν συζητήσεων τοῦ Ξυλαλᾶ, ἀλλά καί ἡ σαφῶς φιλορθόδοξη στάση τοῦ αὐτοκράτορα, παρά τήν προσποίηση τοῦ λατινισμοῦ, ἀποτελοῦν δικαίωση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου νά διατηρήσει τίς θέσεις του καί νά ἐπηρεάζει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τίς ἀποφάσεις τοῦ βασιλιᾶ.
Μέ τίς συζητήσεις στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ ἄρχισε ὁ Γεννάδιος Σχολάριος τό νέο ρόλο του ὡς ἡγέτη τῶν Ὀρθοδόξων. Ἐγκατέλειψε πλέον τήν σιωπή καί τήν ἀπόκρυψη πίσω ἀπό τήν σκιά τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ἐμφανῶς κατῆλθε στόν ἀνοικτό στίβο, ἀναγνωρισμένος ἀπ’ὅλους ἡγέτης, ὄχι μόνο λόγῳ τῆς ὑποδείξεώς του ἀπό τόν ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, ἀλλά καί λόγῳ τῶν ἀναμφισβήτητων προσόντων καί τῆς στερεᾶς καί ἀκλόνητης εὐσέβειας, ἡ ὁποία τόν κατέστησε ἀληθῆ διάδοχο τοῦ ἁγίου Μάρκου. Ἀπό τό 1445 μέχρι τήν πτώση τῆς Πόλεως τό 1453, κάτω ἀπό δύο αὐτοκράτορες, τόν Ἰωάννη Παλαιολόγο, μέχρι τό 1448, καί τόν Κων/νο Παλαιολόγο, ἀπό τό 1449 μέχρι τό 1453, καί κάτω ἀπό δύο καταστάσεις βίου, τοῦ λαϊκοῦ, μέχρι τό 1450, καί τοῦ μοναχοῦ, ἀπό’κεῖ κι ἔπειτα, ἀγωνίστηκε μέ ὅλες του τίς δυνάμεις, γιά νά ἐπιτευχθοῦν δύο στόχοι. Ν’ ἀνατραπεῖ ἀφ’ἑνός ἡ ἐφαρμογή τοῦ ταπεινωτικοῦ ὅρου τῆς Φλωρεντίας καί νά πεισθοῦν ἀφ’ἑτέρου ἄρχοντες καί λαός ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Πόλεως εἶναι περισσότερο ἐξασφαλισμένη, ἐάν στηριχθοῦν στίς δικές τους δυνάμεις καί ὀργανώσουν τήν ἄμυνα καί ὀχύρωση τῆς Πόλεως μέ τά δικά τους οἰκονομικά μέσα, ὅσες θυσίες κι ἄν ἀπαιτήσει αὐτό, παρά ἀναμένοντας τήν ἀμφίβολη βοήθεια τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα», μέ τό ἀντάλλαγμα τῆς προδοσίας τῆς πίστεως[21].
4. Ἡ Συνοδική καταδίκη τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας
Οἱ ἐκτεθέντες ἀγῶνες τοῦ Ὀρθοδόξου κλήρου καί λαοῦ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου ἔφεραν τό ἐπιθυμητό ἀποτέλεσμα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ πανορθόδοξη συνοδική ἐξέγερση ἀποκήρυξε καί κατέκρινε τόν «ἑνωτικό» ὅρο καί τήν λεγομένη «σύνοδο» τῆς Φλωρεντίας ὡς «ληστρική, ἐναγῆ, μιαρά, ἄθεσμη, ψευδοσύνοδο κ.τ.ὅ.»[22]. Αὐτό ἔγινε μέ τήν Σύνοδο τῆς Μόσχας τοῦ 1441[23], τήν Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων τοῦ 1443[24], τήν Ἀπολογία τοῦ Κλήρου τῆς Κων/λεως πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ τόν Παλαιολόγο τό 1443[25], τίς Ἐκκλησίες Μολδοβλαχίας, Σερβίας καί Ἰβηρίας, οἱ ὁποῖες μέ εἰδικές πράξεις, κατεδίκασαν τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας[26], τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1450[27], τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1484[28], τήν ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Κων/λεως Ἱερεμία, Ἀντιοχείας Ἀθανασίου καί Ἱεροσολύμων Χρυσάνθου, πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους (1716-1725), μέ τήν ὁποία ἀπορρίπτεται ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδος, χαρακτηριζομένη ὡς «καϊαφικόν συνέδριον, ὡς ληστρικόν τε καί βίαιον κ.τ.λ.»[29]καί τέλος τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1727[30].
Ἐπίλογος - Προτάσεις                                                                                                                                          
Σεβαστοί Πατέρες,                                                                                                                                      Ἀγαπητοί ἐν Χρσιτῷ ἀδελφοί,
Δέν θά ἦταν καθόλου τολμηρό καί ὑπερβολικό νά ὑποστηρίξουμε ὅτι στις ἡμέρες μας ζοῦμε μία ἀναβίωση τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας. Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, πού συνεκλήθη στά τέλη τοῦ Ἰουνίου 2016, εἶναι μία νέα Φερράρα-Φλωρεντία. Δέν εἶναι οὔτε ἁγία, οὔτε μεγάλη, οὔτε σύνοδος. Εἶναι μία ληστρική, Φλωρεντινή, αἱρετική, οἰκουμενιστική ψευδοσύνοδος. Γι’αὐτό μέ βάση τά ὅσα ἀναπτύξαμε θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἀδήριτη ἡ ἀνάγκη οἱ Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καί μάλιστα ὅσες δέν ἔλαβαν μέρος σ’αὐτήν, ἀλλά καί μία νέα Πανορθόδοξη Σύνοδος α) νά καταδικάσουν τήν λεγομένη «σύνοδο» τῆς Κρήτης ὡς ληστρική, αἱρετική καί οἰκουμενιστική σύνοδο, β) νά ἀπορρίψουν τά κείμενά της ὡς αἱρετικά, ἰδιαίτερα τό κείμενο γιά τίς σχέσεις μέ τούς ἑτεροδόξους, γ) νά καταδικάσουν τούς διοργανωτές, τούς πρωταγωνιστές, τούς συμμετέχοντες σ'αὐτήν, τούς ὑπογράψαντας καί ἀποδεχομένους τά αἱρετικά κείμενά της, δ) νά καταδικάσουν τόν διαχριστιανικό καί διαθρησκειακό συγκρητιστικό Οἰκουμενισμό ὡς παναίρεση, ε) νά ἀποφασίσουν τήν ἀποχώρηση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀπό τό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων, στ) νά τερματίσουν κάθε κοινή ἐμφάνιση τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς ἀλλοθρήσκους καί αἱρετικούς, καί ζ) νά ἀποχωρήσουν ἀπό τόν ἄγονο διάλογο τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τούς πάσης φύσεως αἱρετικούς.
Σεβαστοί Πατέρες,                                                                                                                    Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Εἴθε ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός νά μᾶς ἀξιώσει νά ζήσουμε τήν Πανορθόδοξη Συνοδική καταδίκη τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, δι'εὐχῶν Σας.
Σᾶς εὐχαριστῶ!
HOW ORTHODOXY OVERCAME THE FALSE-SYNOD
OF FERRARA-FLORENCE
Protopresbyter Angelos Angelakopoulos,
cleric of the Holy Metropolis of Piraeus
ThD candidate
(This lecture was presented at the Conference «Saint John’s Readings», which took place under the blessing of His Beatitude Metropolitan of Sofia and Patriarch of Bulgaria, Neophytos, in Sofia of Bulgaria, on the 9th and 10th of June 2017, and which was organized by the parish of the Ancient Church of Saint Great Martyr George (The Rotunda)
Reverend Fathers,
Dear brothers in Christ,
First of all, we want to express our gratitude to His Beatitude, Metropolitan of Sofia and Patriarch of Bulgaria, Neophytos.
Second, we want to thanks the Initiative Committee of the Conference «Saint John’s Readings» for the honour of inviting us in this Conference.
Finally, we want to say that our Bishop, His Eminance Metropolitan of Piraeus Serafim gives his blessing to our Conference and wishes to all the enlightment from the Holy Spirit.
The subject that we will speak about is «How Orthodoxy overcame the false-synod of Ferrara-Florence».    
In the Orthodox East, in the fifteenth (15th) century, before the fall of Constantinople in οne thousand four hundred and fifty three (1453), mainly two conflicting sides were formed.  
The one side, that of the latinophrones (latin-minded) and in favour of the Pope, led by the dissenter and latinophrone Vessarion of Nice, who, finally, was fully incorporated in the heresy of Papism and became Cardinal, proposed alliance with the West as a repulsion against the Turkish danger. He influenced decisively the emperor Ioannis eighth Palaiologos, who was concerned about the fate of the empire, and he swept him in the degrading signing of the «unifying» decree of the false-synod of Ferrara-Florence (1438-1439), just fourteen years before the fall of Constantinople.
The other side, that of the Orthodox, with leader Saint Mark Evgenikos, Archbishop of Ephesus, struggled to reject the false-union with the heresy of Papism and influenced most of the clergy and the people. He wanted the nation to rescue all its cultural entity and self-consciousness, because he knew the undeniable historical truth that the nations are lost, not when they lose their statehood, but when they lose their cultural identity, that is to say their soul. Since any assistance from the West in diplomatic negotiations required the latinization of the Orthodox, the nation should rely on its own forces. Although they foresaw that the submission to those who had different faith (to the Turks) was unavoidable, they believed that the conditions of the revival and regression would be created. Under the guise of help, the Westerners would essentially conquer Constantinople once again. Both of them would be conquering. But in the conquering by the Turks would remain the advantage of national despondency, that is to say that the nation would not betray willingly its own traditions, would not sacrifice the Orthodoxy, which was the most essential element of its national identity. In addition, the great cultural supremacy over the Turks and the totally different religion were unfavorable factors for the complete islamization, whereas with the Franks the latinization would be easier.
The false-union of Ferrara-Florence, imposed from above, had political motives, completely unrelated to the spiritual aim of the true peace and union. That is why it was turned down from below and it is now, as K. Heussi notices, a meaningless scrap of paper[31]. The Orthodox, because of the urgent and anguished need to get help, instead of going to the city of Basel to support the synod against the Pope, they were drawn to a so-called «synod» of an unusual process and duration, and they all gave in to the demands of the heretic papists, and offered valuable assistance and recognition to the heresy of Papism, without receiving the agreed return. First, they strengthened, with their participation, the prestige of the chief of the heretics Pope Eugenius fourth IV, who was defrocked by the reformist Synod of Basel, and thus they contributed to the dissolution of that Synod, and also to the hopes of democratizing the sovereign monarchy of the chief of the heresy, the «Pope». Then, they legitimized, by the decision of the false-synod, the goals of the «Popes», on the Papal primacy and sovereignty over the Church. Above all, however, they offered to the heresy of Papism the basis, on which the next false-synods of Trident (1545-1563) and the First Vatican (1870) relied on, for the dogmatization of the Papal primacy and infallibility. What the heresy of Papism had tried to achieve for ages, by the systematic distortion of the texts, was offered by the latinophrone and Popephile «Orthodox» at the false-synod of Florence.
It was that offer of the latinophrones to the heresy of Papism that the Orthodox people of Constantinople, guardian of faith, Saint Mark Eugenikos, and Patriarch Gennadios Scholarios struggled against and succeeded to overrule[32].
  1. The anger of the Orthodox people of Constantinople, guardian of faith
In Constantinople the Orthodox people had not accepted the false-union, because they wanted an commendable union with the Papists, on the basis of the Orthodox Faith, Tradition and Life[33]. Thus, the people were enthralled by the strong attitude held by Saint Mark during the false-synod. Ηe was received triumphantly and he was considered a real fighter of Orthodox faith. The Orthodox people considered Saint Mark to be the only Hierarch, who had the courage and the ability to defend the correct doctrinal teaching of the Church.
The return of the Orthodox delegation to Constantinople was a stimulus for the general expression of the unease of the ecclesiastical conscience. On the First of February of the year one thousand four hundred and forty, disembarked at Constantinople, coming back from Florence, the latinophrone Greek Archpriests, whom the multitude of people expected, with obvious anxiety. The people of Vasilevousa (Reigning City), for two whole years had less agony for the threat of the Turks and more agony whether, in Florence, the sacrosanct of their Fathers’ faith was at risk. The people wanted to know whether Orthodoxy had won in Florence. The traitors of Orthodoxy, sensing the people's wrath, were answering regretfully: «we sold our faith; we exchanged the piety for the impiety; betraying the clean sacrifice, we became unleavened…»[34]. According to the historian named Dukas, the traitors of Orthodoxy, completely disgraced and fearing the outcry of the Orthodox crew, cursed the time when they signed the «unifying» decree of Florence : «this right [hand] signed, they were saying, may it be cut; the tongue confessed, may it be eradicated»[35]. 
The people of Constantinople from the very first moment took sides with Saint Mark Eugenikos and they forced the venal traitors of Orthodoxy to hit their breasts, demonstrating repentance, because they participated in the tragedy of Florence. The people had already heard from the mouth of Saint Mark that the false-synod of Florence would be repudiated and the false-union would be annulled[36]. Even emperor Ioannis, fearing a possible revolt of the people, did not speak for the decree of Florence[37]. The people, under the instructions of Saint Mark Eugenikos, were not afraid of the Patriarch nor of the Emperor. Sylvestros Syropoulos writes that «the faithful of Constantinople became more determined, disdained the events at the Synod, and ceased to commemorate the King»[38]The Orthodox clergy of Constantinople refused to serve the Divine Liturgy together with the Latinophrones.  In Constantinople «neither the Pope was commemorated, nor the decree was read, nor was something else innovated»[39] .
The uprising of the Orthodox people against the decree of Florence was such, that soon almost all Greek bishops, who had signed the false-union, were forced to revoke their signature and make a newer statement[40]. The reaction of the people of Constantinople against the Latinophrones, over time, appeared larger and more organized. «The Latinophrones were avoided. The supporters of the false-union were more and more isolated. The faithfull would not go to the churches where the Latinophrones served the Divine Liturgy. Even those, who visited them out of curiosity, were avoided by their friends»[41]. The Orthodox people did not want to have ecclesiastical communion with the Latinophrone bishops and clerics. Saint Mark, exiled in Lemnos, in his letter to the hieromonk Theophanes in Evripos describes this reaction of the Orthodox people : «Most of the brothers, encouraged by my exile, reprimand the scoundrels and offenders of the right faith and of paternal institutions, they discredit them everywhere as scums, and do not tolerate either to serve the Divine Liturgy with them, or to commemorate them as Christians»[42].
The above description shows the attitude of the people and their contribution to the reestablishment of Orthodoxy. The people were well-versed in their faith and they also knew to take the right attitude, when this faith would be betrayed. And this attitude was the interruption of the ecclesiastical communion with the latinophrones.

  1. Saint Mark Eugenikos, Archbishop of Ephesus, the atlas of Orthodoxy
Saint Mark Eugenikos, like all the Holy Fathers after the Schism, fought against the heretic Papism, who, taking advantage of the complete attenuation of the Roman Empire, wished to subjugate Orthodoxy, which it would be surrendered to him, in advance, if he helped, as he was saying, militarily and economically the collapsing empire. It is a fact that, if it hadn’t been for Saint Mark, by God’s goodwill, in this crucial period for Orthodoxy, the whole East would have been turned to Frankism and latinized, and the true faith would have disappeared from the earth.
The important thing is that Saint Mark not only fought during the duration of the false-synod of Florence-Ferrara, which is common knowledge, but he also fought after the signing of the agreement and the return to Constantinople. In fact, his last fights, who to many are unknown, are perhaps more important, because we could say that during the false-synod of Ferara-Florence his efforts were unsuccessful, since the false-union of the Orthodox Church with the heresy of Papism was, finally, signed, whereas, after the false-synod, Saint Marks’ struggles were absolutely successful, because they caused the reeinstatement of Orthodoxy and the condemnation of both the false-synod of Florence and the heresy of Papism.
Saint Mark Eugenikos, after returning from Florence, had one and only purpose. To fight and to prove that the false-synod of Florence, as well as the decree of the false-union between Orthodoxy and Papism,  which was signed by all, were illegal, un-canonical, unorthodox and invalid. The Kaiaphas-minded council of Florence should be renounced, at all costs, by all Orthodox people. The brave Bishop of Ephesus put the false-synod of Florence and its «unifying» decree to the judgment of the ecclesiastic conscience of the Orthodox people, the guardians of the Orthodox Church.
Further, Saint Mark interrupted the ecclesiastic communion with all those, who had signed in Florence the false-union, and with those, who followed them. He refused to have any contact with the new latinophrone Patriarch of Constantinople, Metrophanes, and his like-minded.  
He states : «So, having been separated from them [the latinophrones], in order to be united with the holy fathers and teachers, I make my opinion clear to all through my writings, so that anyone, who wants to judge, shall know whether I rejoiced with the healthy doctrines, or I have accepted the union which has been founded on distorted doctrines and teachings»[43].

Sylvestre Syropoulos, referring to the process of the election of the new Patriarch, says that Saint Mark had no ecclesiastic communion with the Synod either. «The King and the councilors did not discuss at all the issue of the participation of Mark of Ephesus, because they found that he was separated from all those, who formed the Synod»[44] . 
Saint Mark, not only stopped having ecclesiastic communion with the latinophrones, but he also urged the clerics and the people to discontinue ecclesiastic communion with the chief of the heresy, the «Pope», and the Greco-Latins.
He says : «Avoid, therefore, you, also, brothers, the communion with the ex-communicated and the commemoration of the ones disqualified for commemoration. Here, I, the sinful Mark, tell you that the one, who commemorates the pope as an orthodox archpriest, is guilty of fulfilling the complete latinization, and he will even go so far as to cut his beard. The latinophrone will be judged together with the Latins and he will be considered a violator of the faith»[45]. «Avoid, therefore, brothers, the innovators and those who approve of the latin innovation»[46]. «Avoid them, brothers, and avoid communion with them. Because, these are false-apostles, devious workers, transformed into apostles of Christ». And he concludes : «Resist, observing the written and the unwritten traditions, which you have received, so that you may not be alluded by the fallacy of the unlawful ones and fall off from your foundation»[47].
We could say that Saint Mark Eugenikos has, regarding the matter of the interruption of the ecclesiastic communion, something unique, which, on the one hand will be a maximal loss if not noted, on the other indicates the certainty and safety, he felt, away from the bearers of the heresy. The unique thing is that he wanted to maintain the interruption of the ecclesiastic communion, not only during his life, but also after his death.
Thus, when Saint Mark’s end was drawing near, and the other Orthodox fighters, who supported him, were close to him, as well as many other officials and unofficial people, he gave the last instructions, which speak about the after-death interruption of his ecclesiastic communion. This text is a confessional heirloom, which alone characterizes the saint. It shows that, while he is at the end of his life, he has a youthful pulse and strength. It shows that the saint had understood very well the value of the interruption of the ecclesiastic communion and the security he felt within this interruption, and in addition, that, leaving from his present life, he had the pure and fair faith as the greatest qualification for meeting the Lord. He had the feeling that, since he had interrupted the ecclesiastic communion from this life, he would meet those saints, who had interrupted the communion, those had been persecuted for the faith, the martyrs of truth, and all those who had loved the purity and the integrity of the faith and had suffered for it. With all those he was identified in the present life and, for this reason, he wanted them to know that, after his death, he would remain in that faith.
The basic points of his last speech are the following : He did not want the latinophrones, with whom he had interrupted ecclesiastic communion for the matters of faith, to attend neither his funeral nor his memorial; especially, he didn’t want them, that is the Patriarch and his Archpriests, to wear their vestments in the pretext of honoring him. He did not want the majority of people to think, not even to have suspicions, that he had ecclesiastic communion with them secretly. He did not want any ecclesiastic communion with the latinophrones, the Patriarch and the Archpriests, not even after his death.  He stated that he was convinced that the more he moved away from them ecclesiastically, the more he approached God and was united with the truth and the saints.  On the contrary, the more he approached them, the more  he distanced himself from God and the teachers of the Church. Finally, he says that he did not want any ecclesiastic communion, so that the unmixable are not mixed with the faith[48].  
Saint Mark safeguarded the faithful from the danger of latinization and stirred up every Orthodox conscience against the papal heresy, which cold invent everything in order to enslave the Orthodox Church. All the Orthodox complied with the awakenings of the leader, Saint Mark, and they did not serve together with the latinophrones, nor did they communicate with them, and they did not commemorate the false-bishops, who had signed the false-union of Florence.
  1. Gennadios Scholarios. The first Patriarch after the Fall of Constantinople
On the side of Saint Mark Eugenikos stood Patriarch Gennadios Scholarios, not as a simple supporter or an important member. He is the later embodiment of Saint Mark, his identical image. For this reason, Saint Mark chose him, just before he died, to be the successor in his struggles. He even believed, and he was therein justified, that Patriarch Gennadios would struggle more successfully, thanks to his many and unquestionable qualifications, his great political and administrative experience and the ability to influence the emperor, as a higher state official and counselor. Patriarch Gennadios Scholarios, with his vigorous and continuous struggles, rendered, practically, inapplicable the «unifying» decree of the false-union of Ferrara-Florence, influencing the emperor Ioannis Palaiologos and expressing the consciousness of the people of the Church.
It should be noted that, apart from Saint Mark Eugenikos, who resisted the humiliations and the pressure and did not sign the «unifying» decree of the false-union, three more persons escaped secretly, shortly before the signing, so as not to accept pressure: the brother of the emperor, Despot Dimitrios Palaiologos, the well-known philosopher of Mystras Georgios Plithon-Gemistos and Patriarch Gennadios Scholarios, and some others.
One would have expected that, after the return of the delegation to Constantinople, Gennadios would fall into the king's disfavor, and would lose the high administrative powers he held, as the King’s general secretary in the palace, and as general judge of the Romans, that is to say, something like president of the Supreme Court of the State. However, it was the opposite that took place. He even held his position as an official speaker every Friday in the palace, on the theological and ethical issues, with the presence of the King and the Senate.
The culmination of this Emperor’s stance, favorable to the Orthodox, was that he allowed Scholarios to respond freely to the representative of the heresiarch, the «Pope», that is the theologian, so called «bishop» of Kortonis, Bartholomew Lapacci, during the discussions at the palace of Xylala, carried out in the year οne thousand four hundred forty-four (1444), or, according to others, in οne thousand four hundred and forty-five (1445)[49]. In these discussions, the aim of the heretic papists was the renewal of the «unifying» decree of the false-union of Ferrara-Florence. For this reason, the cardinal and nephew of the chief of the heresy, the «Pope», Francesco Condulmer, was present, as well as many latinophrones. The argumentation of Gennadios Scholarios was overwhelming. The official theologian of the heresiarch, the «Pope», suffered a humiliating defeat, and none of those, who were present, dared to give a helping hand to the so-called «bishop», who received strong blows. Being overwhelmed by Gennadios’s presence, Isidoros of Russia, already a cardinal, tried for many years to collect material from the minutes (acts) of the Synods, in order to face Gennadios, but he did not dare to do so, when in οne thousand four hundred and fifty-two (1452) a new attempt to renew the «unifying» decree was made.
The result of the discussions at the palace of Xylala was not only a spectacular victory, with only temporary impressions, in the theological dialogue. It was, essentially, a correction and a revocation of the «unifying» decree of Florence. After the discussions, a volume was drawn up, signed by the majority of those, who had signed the decree of Florence, wherein they renounced it for a second time, after their first renouncement, which had been made immediately after their return from Italy. The thought about signing a new libel of faith belongs to the king, who wanted, with this action, to reject from his conscience the burden of the humiliating treaties of Florence[50].
The outcome of the discussions at Xylala, as well as the clearly pro-Orthodox attitude of the emperor, despite his pretense of latinism, was the vindication of Gennadios Scholarios’s decision to maintain his positions and to influence closely the decisions of the king.
With the discussions at the palace of Xylala, Gennadios Scholarios began his new role as leader of the Orthodox. He abandoned silence and hiding behind the shadow of Saint Mark Eugenikos, and he suddenly came to the open arena, recognized by all as a leader, not only because of the indication made by Saint Mark Eugenikos, but also because of his undisputed qualifications and his solid and unshaken piety, which made him the true successor of Saint Mark. From οne thousand four hundred and forty-five (1445) until the fall of Constantinople in οne thousand four hundred and fifty-three (1453), under two emperors, Ioannis Palaiologos, to οne thousand four hundred and forty-eight (1448), and Konstantinos Palaiologos, from οne thousand four hundred and forty-nine (1449) to οne thousand four hundred and fifty-three (1453), and in two states of his life, that of a lay person, until οne thousand four hundred and fifty (1450), and that of  a monk, from then on, he struggled with all his forces to achieve two goals: the overturn of applying the humiliating decree of Florence and the persuasion of the dukes and of the people that the salvation of Constantinople is more secure by relying on their own forces and by organizing the defense and strengthening of the City with their own financial means, no matter the sacrifices, rather than waiting for the dubious help of the chief of the heresy, the «Pope», in exchange for betrayal of the faith[51].
  1. The Synodical condemnation of the false-union of Ferrara-Florence
   
The struggles of the Orthodox clergy and people, of Saint Mark Eugenikos and Gennadios Scholarios, had the desired effect. The Orthodox Church with a pan-orthodox synodical reaction renounced and deprecated the «unifying» decree and the so-called «synod» of Florence as «predatoryvile, abominableunconstutionalfalse-synod, etc»[52]. This was done with the Synod of Moscow in οne thousand four hundred and forty-one (1441)[53]the Synod of Jerusalem in οne thousand four hundred and forty-three (1443)[54]the Apology of the Clergy of Constantinople to the emperor Ioannis Palaiologos in οne thousand four hundred and forty-three (1443)[55]the special acts of the Churches of Moldavia and Moldavlachia, Serbia and Iberia, which condemned the false-synod of Florence[56], the Synod of Constantinople in οne thousand four hundred and fifty (1450)[57], the Synod of Constantinople in οne thousand four hundred and eighty-four (1484)[58], the response of the Orthodox Patriarchs, of Constantinople Ieremias, of Antioch Athanasios and of Jerusalem Chrysanthos, to the Anglicans, who didn’t give an oath (1716-1725), by which the Florentine Synod is rejected, characterized as «a council of Kaiafapredatoryviolent, etc»[59], and finally the Synod of Constantinople in οne thousand seven hundred and twenty-seven (1727) [60].
                                              Epilogue - Proposals
Respectable Fathers,
Dear brothers in Christ,
It would not be audacious at all, nor exaggerating, to support that in our days we are witnessing a revival of Ferrara-Florence. The false-synod of Crete, which was convened at the end of June 2016, is a new Ferrara-Florence Synod. It is not holy, nor great, nor a Synod. It is a predatory, Florentine, heretic, ecumenistic false-synod. That is why, on the basis of what we have developed above, we believe that it is an absolute necessity that the Local Orthodox Churches, and in particular those that have not participated in it, as well as a new Pan-Orthodox Synod should (a) condemn the so-called «synod» of Crete as a predatory, heretic and ecumenistic synod, (b) reject the texts as heretic, (c) condemn the organizers, the protagonists, the participants in it, the signatories and the acceptors of its heretic texts, (d) condemn the interchristian and interreligious syncretistic Ecumenism as pan-heresy (e) decide to withdraw all Orthodox Local Churches from the so-called «World Council of Churches», that is to say of Heresies (f) terminate every common appearance of the Orthodox with the those of different faith and the heretics, and (g) resign from the sterile dialogue between the Orthodoxy and any kind of heretics.
Reverend Fathers,
Dear brothers in Christ,
May the Holy Triune God make us worthy of experiencing the Pan-Orthodox Synodical condemnation of the false-synod of Crete, by your blessings.
Thank you!

[1] K. Heussi, Kompendium der Kirchengeschicte, Tübingen 1909, σ. 280.
[2] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Ἡ ἅλωση τῆς Πόλης κατά τόν Γεννάδιο Σχολάριο», Θεοδρομία Η2 (Ἀπρίλιος - Ἰούνιος 2006) 219-239.
[3] Β. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, «Φερράρας-Φλωρεντίας σύνοδος», ΘΗΕ, τ. 11ος, στ. 1020.
[4] ΔΟΥΚΑΣ, Historia Byzantina, ἐκδ. Bekker, Βόννη 1834, σ. 216.
[5] Κ. ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκδ. ΣΤ΄, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1932, σ. 276.
[6] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097C.
[7] Π. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Σχέσεις Καθολικῶν καί Ὀρθοδόξων, Ἀθῆναι 1958, σσ. 524-525.
[8] ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Vera historia Unionis non verae inter Graecos et Latinos, sive concilii Florentini exactissima narratio, graece scripta per Sylvestrum Sguropulum, ἐκδ. Rob. Greyghton, Hagae 1660, ΧΙΙ, κεφ. Β΄, σ. 332.
[9] Ὅ. π. σσ. 331-332.
[10] ΓΕΝΑΔΙΟΣ ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ, Κατά τῆς προσθήκης…, P.G. 160, 723D.
[11] JOSEPH GILL, Ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας, μετ. Καλοῦ Τύπου, Ἀθῆναι 1962, σσ. 405, 407.
[12] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097AB.
[13] «Ἔκθεση τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, μέ ποιό τρόπο δέχθηκε τό ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης καί δήλωση τῆς Συνόδου, πού ἔγινε στήν Φλωρεντία»Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, σσ. 304-308.
[14] Σ. ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Τά ἀπομνημονεύματα ΧΙΙ, σ. 548.
[15] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097D, 1100A.
[16] ΣΠΥΡΙΔΩΝ Π. ΛΑΜΠΡΟΥ, Παλαιολόγεια καί Πελοποννησιακά, τ. Α΄, σ. 26
[17] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1960, σ. 429.
[18] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἀπολογία, P.G. 160, 536CD.
[19] Περί τοῦ χρόνου τῶν συζητήσεων βλ. O. KRESTEN, Eine Sammlung von Konzilsakten aus dem Besitze des Kardinals Isidoros von Kiev, Wien 1976, σ. 31 ἑξ.
[20] ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, Ἄπαντα τά εὑρισκόμενα, ἐκδ. L. PETIT – X. SIDERIDES – M. JUGIE, Oeuvres Completes de Georges Scholarios, τ. ΙΙΙ 99-100, Paris 1928-1936.
[21] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία, ἔκδ. Β΄ Πατριαρχικό Ἴδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 30, Θεσ/κη 1988, σσ. 157, 158, 160, 161.
[22] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, Ἀθῆναι 1952, σσ. 28-29 
[23] A. PICHLER, Geschichte der kirchlichen Trennung zwischen dem Orient und Occident, Mϋnchen 1865, τ. ΙΙ, σ. 52 ἑξ. ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. Β΄, Ἀθήνα 1994, σσ. 625-626.
[24] Ι. ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1892, σσ. 25-28. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, ἐν Ἱεροσολύμοις καί Ἀλεξανδρείᾳ, 1910, σσ. 439-442. Κ. ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκδ. ΣΤ΄, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1932, σσ. 277-278. Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἔκδ. Β΄, Ἀθῆναι 1959, σ. 395. Π. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Σχέσεις Καθολικῶν καί Ὀρθοδόξων, Ἀθῆναι 1958, σ. 525. ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σ. 625. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός. Ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, τ. Β ΄, ἔκδ. Β΄ Ὀρθόδοξος Τύπος καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 79.
[25] ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Ἀντίρρησις περί τῆς Ἀρχῆς τοῦ Πάπα, Ἰάσιο 1682, σ. 233 ἑξ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΒΛΑΣΤΟΣ, Δοκίμιο ἱστορικό περί τοῦ σχίσματος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς κλπ., Ἀθῆναι 1896, σ. 218 ἑξ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Τόμος καταλλαγῆς, Ἰάσιο 1692, σσ. 422-431.
[26] ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 80.
[27] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 457 ἑξ. ΧΡ.ΠΑΠΑÏΩΑΝΝΟΥ, «Τά πρακτικά τῆς οὕτω λεγομένης ὑστάτης ἐν ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου (1450) καί ἡ ἱστορική ἀξία αὐτῶν», Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια 16 (1896/7) 117. ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, Μελέτη Ἱστορική περί τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος, τ. Β΄, Ἀθῆναι 1912,                   σ. 257. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, ὅ. π.
[28] ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΧΥΧΑΣ, Ἐγχειρίδιο περί τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα, ἐκδ. Ἀ. Δημητρακόπουλος, Λειψία 1869, σ. θ΄ - ιγ΄. A. PICHLER, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 397. Ε. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ, Ἐκκλησιαστικά σύλλεκτα, Σάμος 1891, σσ. 26-29.                          ΧΡ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πρῶται σχέσεις Ὀρθοδόξων καί Λατίνων μετά τήν ἄλωσιν τῆς Κων/λεως, Ἱερουσαλήμ 1908, σ. 25 ἑξ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ - Μ. ΠΟΤΛΗΣ, Σύνταγμα τῶν θείων καί Ἱερῶν κανόνων, Ἀθῆναι 1852/9, V1 143-147. ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά συμβολικά κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, σ. 25 ἑξ.
[29] MCC 37, 4435. ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, ἔνθ’ἀνωτ., τ. 2, Ἀθῆναι 1953, σ. 788-820. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Κείμενα δογματικῆς καί συμβολικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Β΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2000,  σσ. 384-431.
[30] J. MANSI, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio. Florentie et Venetiis 1757/98, Parisiis 1899/1927, 37, 895. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σσ. 489-501.
[31] K. Heussi, Kompendium der Kirchengeschicte, Tübingen 1909, p. 280
[32] ARCHPRIEST THEODOROS ΖISIS, «The fall of Constantinople according to Gennadios Scholarios», magazine Theodromia Η2 (April - June 2006) 219-239.
[33] Β. STAVRIDIS, «Ferrara-Florence synod», Religious and Μoral Εncyclopedia (ΡΜΕ), v. 11, p. 1020.
[34] DOUKAS, Historia Byzantina, ed. Bekker, Βόννη 1834, p. 216.
[35] Κ. PAPARIGOPOULOS, The history of the Greek nation , ed. 6th, v. Ε΄, Athens 1932, p. 276.
[36] ST. MARK ΕUGENIKOS, Letter to Theophanis, Patrologia Greaca (P.G.) 160, 1097C.
[37] P. GRIGORIOU, Relationships between Catholic and Orthodox, Athens 1958, p. 524-525.
[38] SILVESTROS SYROPOULOS, Vera historia Unionis non verae inter Graecos et Latinos, sive concilii Florentini exactissima narratio, graece scripta per Sylvestrum Sguropulum, ed. Rob. Greyghton, Hagae 1660, ΧΙΙ, chap. Β΄, p. 332.
[39] ibid pp. 331-332.
[40] GENNADIOS SCHOLARIOS, Against the addition…, P.G. 160, 723D.
[41] JOSEPH GILL, The Synod of Frorence, transl. Kalos Typos, Athens 1962, pp. 405, 407.
[42] ST. MARK OF EPHESUS, Letter to Theophanis, P.G. 160, 1097AB.
[43] «Report of  his Holyness Metropolitan Bishop of Efesus, how he accepted the office  of the high priesthood and declaration of the Synod, which took place in Florence»Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, pp. 304-308.
[44] S. SYROPOULOS, The memoirs ΧΙΙ, p. 548.
[45] ST. MARK OF EPHESUS, Letter to Theophanis, P.G. 160, 1097D, 1100A.
[46] SPYRIDON  P. LAMPROU, Palaeologia and Peloponnesia, v. Α΄, p. 26
[47] IOANNIS KARMIRIS, The Dogmatic and Symbolic Monuments of the Orthodox Catholic Church , v. Α΄, Athens 1960, p. 429.

[48] ST. MARK OF EPHESUS, Apology, P.G. 160, 536CD.
[49] About the time of the discussions see O. KRESTEN, Eine Sammlung von Konzilsakten aus dem Besitze des Kardinals Isidoros von Kiev, Wien 1976, p. 31 ff.
[50] GENNADIOS SCHOLARIOS, Everything is finded, ed. L. PETIT – X. SIDERIDES – M. JUGIE, Oeuvres Completes de Georges Scholarios, p. ΙΙΙ 99-100, Paris 1928-1936.
[51] ARCHPRIEST. THEODOROS ΖISIS, Gennadios II Scholarios, Life-Texts-Teaching, ed. Β΄ Patriarchal Institute of Patristic Studies, Analekta of Vlatades 30, Thessaloniki 1988, pp. 157, 158, 160, 161.
[52] ΙO KARMIRIS, The Dogmatic and Symbolic Monuments of the Orthodox Catholic Church, v. Ι, Athens 1952, pp. 28-29
[53] A. PICHLER, Geschichte der kirchlichen Trennung zwischen dem Orient und Occident, Munich 1865, v. ΙΙ, p. 52 ff. VLASIOS FEIDAS, Ecclesiastical History, v. Β, Athens 1994, pp. 625-626.
[54] Ι. SAKKELION, List of manuscripts of the National Library of Greece, Athens 1892, pp. 25-28. CHRYSOSTOMOS PAPADOPOULOS, The History of the Church of Jerusalem, Jerusalem and Alexandria, 1910, pp. 439-442. Κ. PAPARIGOPOULOS, The history of the Greek nation, ed. 6th, v. Ε΄, Athens 1932, pp. 277-278. V. STEFANIDIS, Ecclesiastical History, ed. Β΄, Athens 1959, p. 395. P. GRIGORIOU, Relationships between Catholic and Orthodox, Athens 1958, p. 525. VLASIOS FEIDAS, Ecclesiastical History, volume Β΄, Athens 1994, p. 625. ΑRCHIM. SPYRIDON MPILALIS, Orthodoxy and Papism. The union of the Churches, v. Β ΄, ed. Β΄ Orthodoxos Τypos kai  Syllogos “St. Nicodemus the Hagiorite”, Athens 2014, p. 79.
[55] ΝΕKTARIOS OF JERUSALEM, Objection of the Pope's domination, Iasi 1682, p. 233 ff. KALLISTOS VLASTOS, Historical essay on the schism of the Western Church from the Orthodox Eastern, etc., Athens 1896, p. 218 ff. DOSITHEOS OF JERUSALEM, Volume of distribution, Iasi 1692, pp. 422-431.
[56] ΑRCIM. SPYRIDON ΜPILALIS, op. cit., p. 80.
[57] DOSITHEOS OF JERUSALEM, op. cit, p. 457 ff. CH. PAPAIOANNOU, «The Minutes of the so-called synod in Saint Sofia (1450) and the Historical Value of them», Ecclesiastical Truth 16 (1896/7) 117. SAINT ΝΕCTARIOS OF PENTAPOLIS, Historical study on the causes of the Schism, τ. Β΄, Athens 1912,  p. 257. ΑRCHIM. SPYRIDON MPILALIS, ibid.
[58] ΝΑTHANAIL CHYCHAS, Handbook on Pope's primacy, ed. A. DIMITRAKOPOULOS, Leipzig 1869, p. θ΄ - ιγ΄. A. PICHLER, op. cit, p. 397. Ε. STAMATIADIS, Ecclesiastical collectibles, Samos 1891, pp. 26-29.CH. PAPADOPOULOS, First relationships between Orthodox and Latins after the fall of Constantinople, Jerusalem 1908, p. 25 ff. G. RALLIS - Μ. POTLIS, Constitution of Divine and Holy Rules, Athens 1852/9, V1 143-147. ΙO. ΚΑRMIRIS, The symbolic texts of the Orthodox Catholic Church, p. 25 ff.
[59] MCC 37, 4435. ΙO. ΚΑRMIRIS, op. cit., v. 2, Athens 1953, p. 788-820. ARCHPRIEST. ΙO. ROMANIDIS, Texts of doctrinal and symbolic theology of the Orthodox Catholic Church , v. Β΄, ed. P. POURNARA, Thessaloniki 2000,  pp. 384-431.
[60] J. MANSI, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio. Florentie et Venetiis 1757/98, Parisiis 1899/1927, 37, 895. ARCHPRIEST ΙO. ROMANIDIS, op. cit., pp. 489-501.