Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Το αλχημιστικό δίπραγμα

images.jpg

Το αλχημιστικό δίπραγμα, ο μέγας αλχημιστικός ανδρόγυνος και ο αρσενόθηλυς αρχάνθρωπος

ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Ἐν Πειραιεῖ  18-7-2017                                                                                
Ἡ ἀντίχριστη «Νέα Ἐποχή» τοῦ Ὑδροχόου καί ἡ «Νέα Τάξη Πραγμάτων» τίς τελευταῖες δεκαετίες προβάλλουν ὡς παγκόσμιο πρότυπο τοῦ «νέου ἀνθρώπου» τήν κίνηση τῶν ΛΟΑΤ (Λεσβίες, Ὁμοφυλόφιλοι, Ἀμφιφυλόφιλοι, Τράνς) (στά ἀγγλικά : LGBT  [Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender]), ἤ τῶν ΛΟΑΔ (Λεσβίες, Ὁμοφυλόφιλοι, Ἀμφιφυλόφιλοι, Διεμφυλικοί), ἤ τῶν ΛΟΑΤΚ (Λεσβίες, Ὁμοφυλόφιλοι, Ἀμφιφυλόφιλοι, Τράνς, Κουήρ = παράδοξος, ἀλλόκοτος) (στά ἀγγλικά : LGBTQ [Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender, Queer ἤ Questioning]) ἤ τῶν ΛΟΑΤΙ (Λεσβία, Ὁμοφυλόφιλος, Ἀμφιφυλόφιλος, Τράνς, Ἴντερσεξ) (στά ἀγγλικά : LGBTI [Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender, Intersex]) ἤ τῶν ΛΟΑΤΚΙ (Λεσβία, Ὁμοφυλόφιλος, Ἀμφιφυλόφιλος, Τράνς, Κουήρ, Ἴντερσεξ) (στά ἀγγλικά : LGBTQI [Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender, Queer ἤ Questioning, Intersex]).
Τό «νέο», ὅμως, αὐτό πρότυπο ἀνθρώπου, πού πατρονάρει ἡ «Νέα Ἐποχή» καί ἡ «Νέα Τάξη Πραγμάτων», δέν εἶναι καί τόσο «νέο», ἀλλά πολύ παλαιό, ἀρχαιότατο, πού ἔχει τίς ρίζες του στήν ἀποκρυφιστική ἀλχημία, στό βαβυλωνιακό καί ἀσσυριακό πάνθεο καί στήν αἵρεση τοῦ Γνωστικισμοῦ. Ἑπομένως, ἡ «Νέα Ἐποχή» καί ἡ «Νέα Τάξη Πραγμάτων» εἶναι ψευδεπίγραφες, διότι ὀδηγοῦν τόν ἄνθρωπο πολύ πίσω, στό σκοτάδι τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τῆς εἰδωλολατρείας καί τῆς αἵρεσης.
Μελετώντας κανείς τήν Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια (ἐκδόσεις Πυρσός, 1928) καί συγκεκριμένα τά λήμματα «Ἀλχημία» καί «Βαβυλών», μπορεῖ εὔκολα νά δικαιολογήσει τούς ἀνωτέρω ἰσχυρισμούς.
Στό λῆμμα «Ἀλχημεία» διαβάζουμε : Ἡ Ἀλχημεία στήν Ἀποκρυφολογία εἶναι φιλοσοφικό σύστημα, πού ἀποδεικνύει τό ἑνιαῖο τοῦ σύμπαντος καί ἀποσκοπεῖ στήν σύνθεση καί ἀνάλυση τοῦ παντός. Ὅλα τά ὄντα καί φαινόμενα στόν κόσμο εἶναι ποικίλες ἐκδηλώσεις τῆς μιᾶς καί τῆς αὐτῆς Φύσεως. Τό ἔργο τῆς ἑνοποιήσεως τῶν μορφῶν καί τοῦ ἀποχωρισμοῦ τῆς ἑνιαίας οὐσίας τους ἐρευνᾶται ἀπό τήν θετική ἐπιστήμη καί τό μυστικό σύστημα, τό ὁποῖο ἐμεῖς μέν ὀνομάζουμε Ἀλχημεία, οἱ δέ πρόγονοί μας ἀποκαλοῦσαν συνήθως Ἀρχημεία.
Ἔχουμε τρεῖς θεμελιώδεις κύκλους τοῦ ἀλχημιστικοῦ συμβολισμοῦ : 1ον) Τόν κύκλο τῶν ψάμμων (μετάλλων ἤ οὐρανίων φύσεων). 2ον) Τόν κύκλο τοῦ χρυσοῦ καί τοῦ ἀργύρου, μέσα στόν ὁποῖο ὑπάρχει τό ἀλχημιστικό Δίπραγμα (Rebis), ξυλογραφία τοῦ ὁποίου βρίσκεται στό βιβλίο τοῦ Β. Βαλεντίνου «Οἱ δώδεκα κλεῖδες τῆς Φιλοσοφίας», Παρίσι, 1659. Στήν ἀνωτέρω ξυλογραφία, τό τρίγωνο «Separa-Dissolve-Depura» (χώριζε, διάλυε, κάθαιρε), πού κυριαρχεῖται ἀπό τήν τετράδα «Solve-Fige-Coagula-Compona» (λύσε, φύγε, πήξε, σύνθεσε), δείχνει ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἐργασίες καταλήγουν στό ἕνα καί τό αὐτό : τό δίπραγμα. Καλεῖται ἔτσι, διότι σύγκειται ἀπό δύο πράγματα τοῦ ἄρρενος καί τοῦ θήλεως, δηλ. τοῦ διαλύοντος καί τοῦ διαλυομένου, μολονότι κατά βάθος εἶναι ἕνα πρᾶγμα, μία Ὕλη. Καί 3ον) τον κύκλο, πού ἀναπαριστᾶ τήν ἑνιαία φύση.
Τούς τρεῖς αὐτούς κύκλους συνδέει τό ἱερό ὄνομα Elohim, τό ὄνομα δηλ. τῶν θεῶν, πού ἐκπροσωποῦν τίς δημιουργικές δυνάμεις τοῦ κόσμου. Σύμβολο τῶν δυνάμεων αὐτῶν εἶναι ἡ τελεία φιλοσοφική λίθος. Ἡ φιλοσοφική λίθος, βεβαιώνει ὁ Guaita, εἶναι τό θαῦμα τῆς φύσεως καί τῆς τέχνης, ἡ κόρη τοῦ βασιλέως, πού παράχθηκε ἀπό τήν διάλυση τοῦ χρυσοῦ καί τοῦ ἀργύρου, ἀπό τούς ἀποκρύφους γάμους τοῦ Ἡλίου καί τῆς Σελήνης, τοῦ βασιλέως καί τῆς βασιλίσσης, τοῦ ἄρρενος καί τοῦ θήλεως (ἀλχημιστικός γάμος, κατά τό Viatorum Spagyricum). Ἡ ἀπόκτηση τοῦ τέκνου αὐτοῦ ἀπό τήν ἀποκρυφη αὐτή ἕνωση ἀποτελεῖ τήν συντέλεση τοῦ Μεγάλου Ἔργου τῶν ἀλχημιστῶν, πού συνίσταται στήν ἑνοποίηση κάθε ὕπαρξης στή φύση.
Στό πλαίσιο αὐτό ὑπάρχει καί ἡ μικρογραφία, πού εἰκονίζει τόν Μεγάλο ἀλχημιστικό ἀνδρόγυνο, πού διασώζεται σέ χειρόγραφο τοῦ 17ου αἰῶνος, μέ τόν τίτλο Livre de la Sainte Trinite[1].
Στό λῆμμα «Βαβυλών» διαβάζουμε : Ἡ Ἰστάρ (στά ἑβραϊκά Ἀστορέθ, στά ἑλληνικά Ἀστάρτη) κόρη τοῦ Σίν, εἶναι ἡ σπουδαιότερη γυναικεία θεότητα τοῦ βαβυλωνιακοῦ καί ἀσσυριακοῦ Πανθέου, ἡ ὁποία συγκεντρώνει στόν ἑαυτό της διάφορες καί ἀντίθετες ἰδιότητες. Ἀφ’ἑνός εἶναι ἡ θεά τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς, ἡ «ἱερόδουλος τῶν θεῶν», ἡ ὁποία ἀσκεῖ τόν ἔρωτα καί μέ ἀνθρώπους καί μέ ζώα ἀκόμα. Ὁ ἔρωτάς της εἶναι συνήθως ὀλέθριος στόν ἐραστή, ἄν καί αὐτή ἀγαπᾶ εἰλικρινῶς τήν ἀνθρωπότητα, ὑπέρ τῆς ὁποίας ὀδύρεται κατά τόν Κατακλυσμό. Ἀφ’ἑτέρου ἡ Ἰστάρ εἶναι ἡ θεότητα τοῦ πολέμου καί τῆς μάχης, ἡ ὁποία καταβάλλει τόσο εὔκολα τόν ἀντίπαλο, ὥστε ταυτόχρονα νήθει καί ὑφαίνει, πετώντας σαν χελιδόνι. Ἀστρονομικῶς συνδέεται μέ τήν Ἀφροδίτη καί τόν Σείριο. Ἱερό ἀριθμό ἔχει τό 15 (τό μισό τοῦ πατρός της Σίν), ἱερό ζώο τόν βρυχώμενο λέοντα καί σύμβολο ἕνα ἀστέρι μέ 8 ἤ 10 ἀκτῖνες. Στήν κύρια ἔδρα τῆς λατρείας της, τήν πόλη Οὐρούκ, ὑπῆρχαν, ὄχι μόνο θήλειαι ἱερόδουλοι, ἀλλά καί κίναιδοι ἄρρενες. Μέ τόν πολεμικό ἤ τόν μητρικό χαρακτῆρα της λατρευόταν σέ πολλές ἄλλες πόλεις ἡ Ἰστάρ : Οὔρ, Βαβυλῶνα, Ἀκκάδ, Ἀσσούρ, Καλάχ, Νινευΐ, Ἄρβηλα[2].
Τήν παλαιά ἰδέα τοῦ ἀρσενοθήλεως ἀποδέχονται καί οἱ αἱρετικοί Γνωστικοί[3].
Ἡ ἔξαρση τῆς παρθενίας πάνω ἀπό τόν γάμο, πού ἀπαντᾶνται στήν Καινή Διαθήκη, παρελήφθη ἀπό τούς Γνωστικούς, καί ἀφοῦ ἐντάχθηκε ἐντός τῶν γενικότερων φιλοσοφικῶν προϋποθέσεών τους, ὁδηγήθηκε στήν ἀπόλυτη καταδίκη τοῦ γάμου. Αὐτοί κήρυτταν τήν ἀποχή ἀπό τόν γάμο, ἰδίως γιά τήν τάξη τῶν τελείων. Μέ τήν ἀποχή δέν ἔρχονται στόν κόσμο νέες ὑπάρξεις˙ ἔτσι δέν διαιωνίζεται ὁ κόσμος, πού πλάσθηκε ἀπό τόν κακό δημιουργό, καί δέν καταλείπεται σ’αὐτόν τίποτε ἀπό τήν ὀντότητα τοῦ γνωστικοῦ. Ὁ γάμος καί ἡ γέννηση εἰσάγουν στόν κόσμο ὑπάρξεις, πού πρόκειται νά δυστυχήσουν καί νά ἀποβοῦν τροφή τοῦ θανάτου˙ συγχρόνως δέ μέ τόν πολλαπλασιασμό τῶν ἀνθρώπων ἐπιτελοῦν ἔργο διασπαστικό τῆς ἑνότητας[4]. Ἡ γενετήσια ὁρμή ἐπιφέρει τελικῶς διάσπαση καί πολλότητα˙ λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ὅτι λείπει αὐτή στά παιδιά, αὐτά ἐκλαμβάνονται ἀπό τό γνωστικό Εὐαγγέλιο τοῦ Θωμᾶ ὡς βέβαιοι κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Πρός θεμελίωση τῶν περί ἑνότητας ἀπόψεών τους οἰκειοποιοῦνται οἱ Γνωστικοί τήν παλαιά ἰδέα τοῦ ἀρσενοθήλεως, τοῦ χωρίς διακρίσεως φύλων ἀρχεγόνου ἀνθρώπου, τοῦ «ἀρχανθρώπου» ἤ «ἀδάμαντος», ὅπως αὐτοί τόν ἀποκαλοῦν. Ὅσο ὑπῆρχε μόνος ὁ ἀρσενόθηλυς «ἀρχάνθρωπος», ὁ βιβλικός δηλ. Ἀδάμ, θάνατος δέν ὑφίστατο˙ αὐτός προκύπει, ἀπό τήν στιγμή πού ἔχουμε τήν διάκριση τῶν φύλων, τήν δημιουργία τῆς Εὔας, ὡς ἑτέρου ὄντος παρά τόν Ἀδάμ˙ θά καταργηθεῖ δέ ὅταν παύσει νά ὑφίσταται ἡ διάκριση τῶν φύλων καί ὅταν ἐπανέλθει ἡ Εὔα στόν Ἀδάμ, κατά τό γνωστικό Εὐαγγέλιο τοῦ Φιλίππου[5]. Ὁμοίως τό Β΄ Εὐαγγέλιο τοῦ Θωμᾶ ἐκφράζει τήν ἀνάγκη συγχωνεύσεως τῶν δύο φύλων μέ τήν ἐπάνοδο στόν ἀρχαῖο ἀρσενόθηλυ ἄνθρωπο, ἐνῶ σύμφωνα μέ τό Κατ’Αἰγυπτίους Εὐαγγέλιο τό λυτρωτικό ἔργο τοῦ Σωτῆρος τίθεται στήν κατάλυση τῶν ἔργων τῆς θηλείας, τῆς γενέσεως δηλ. καί τῆς φθορᾶς[6].
 Ἡ δημιουργία τῆς Εὔας ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ δέν συνδέεται καθόλου, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, μέ τόν μῦθο τοῦ ἀνδρογύνου ἀνθρώπου, πού διασπᾶται στά δύο φύλα, καί τείνει κατόπιν στή διάσπασή του στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀπεσχισμένου μέσῳ τῆς σωματικῆς ἑνώσεως. Φαίνεται μάλιστα ὅτι ἐπιχειρεῖ μία συνειδητή καταπολέμηση αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, λέγοντας ὅτι ὁ Θεός ἀνεπλήρωσε τήν ἀφαιρεθεῖσα πλευρά τοῦ Ἀδάμ καί ἐμφανίζοντας τέλειο ὀντολογικῶς κάθε φῦλο[7]. Ἡ δημιουργία τῆς Εὔας κατ’αὐτόν τόν τρόπο δέν ἦταν τέχνασμα τοῦ Θεοῦ, γιά νά περιπλέξει τά γένη στήν ἀγωνιώδη ἐπιθυμία τῆς σωματικῆς πληρώσεως τοῦ ἐλλείποντος μέρους, ἀλλά μέσον ἑνότητας καί κοινωνίας, πού ἀπορρέει ἀπό τήν συνείδηση τῆς κοινῆς καταγωγῆς καί συγγενείας˙ αὐτός εἶναι ἄλλωστε ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο δέν κατασκευάζει τήν Εὔα ἐκ τοῦ χοός, ὅπως τόν Ἀδάμ[8].        
Δυστυχῶς, αὐτό τό πρότυπο τοῦ ἀλχημιστικοῦ διπράγματος, τοῦ μεγάλου ἀλχημιστικοῦ ἀνδόγυνου, τῆς Ἰστάρ (Ἀστάρτης) καί τοῦ ἀρσενόθηλυ ἀρχανθρώπου πλασάρει ἡ «Νέα Ἐποχή» καί ἡ «Νέα Τάξη Πραγμάτων».  

[1] ΔΙΟΝ. Π. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Ἀλχημεία», ἐν Μεγάλῃ Ἑλληνικῇ Ἐγκυκλοπαιδείᾳ, τ. Δ΄, ἐκδ. Πυρσός, Ἀθήναι 1928, σσ. 125-131.
[2] ΣΠ. Ν. ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ, «Βαβυλών», ἐν Μεγάλῃ Ἑλληνικῇ Ἐγκυκλοπαιδείᾳ, τ. ΣΤ΄, ἐκδ. Πυρσός, Ἀθήναι 1928, σσ. 428-442.
[3] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. Π. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου κατά τόν ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, Πατερικά 2, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσ/κη 1997, σσ. 124-125, 128-129.
[4] Εἰς Κολ. ὁμ. 12, 6 PG 62, 388. Περί παρθενίας 1-6, PG 48, 533 ἑ. SC 125, 92 ἐἐ. Κλήμεντος, Στρωματεῖς 3, 3, 12, 2. 3, 12, 81, 6. 3, 6, 45, 1. Ἰππολύτου, Ἔλεγχος 7, 30, 4. Βλ. Π. Χρήστου, «Μανιχαϊσμός», ἐν ΘΗΕ 8, 578
[5] Βλ. Ernst Haenchen, Die Botschaft des Thomas – Evangeliums, Berlin 1961, σ. 52. W. Till, Das Evangelium nach Philippos, Berlin 1923, σ. 39. Ἰππολύτου, Ἔλεγχος 5, 6, 5. 5, 7, 36. 5, 8, 2. Πλάτωνος, Συμπόσιον 189D. Φίλωνος, Περί τῆς κατά Μωυσέα κοσμοποιΐας 134.
[6] Κλήμεντος, Στρωματεῖς 3, 9, 63, 1. Π. Χρήστου, «Το Β΄ Θωμᾶ», ἐν ΘΗΕ 6, 576, ὅπου παρατίθεται τό σχετικό λόγιο, κατά τό ὁποῖο «πᾶσα γυνή ἀνήρ καταστᾶσα εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν».
[7] Εἰς Γέν. ὁμ. 15, 2 καί 3, PG 53, 121, 122.
[8] Εἰς Α΄ Κορ. ὁμ. 33, 4, PG 61, 289. Πρβλ Θεοδωρήτου, Εἰς τήν Γέν. PG 80, 128B.