Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Η σύγχυση

2.jpg
Μεταξύ κτιστού και ακτίστου ουδεμία αναλογία και ομοιότης υπάρχει. «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοείσαι δε αδυνατότερον» κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και όταν ομιλούμε στην εκκλησία για «Φώς» εννοούμε άκτιστο. Το αντίθετο αποτελεί ειδωλολατρία. Τα στάδια της «προσέγγισης» κατά βάση είναι τρία: κάθαρση καρδιάς, φωτισμός και δοξασμός (κατά χάριν θέωση) διά νοεράς προσευχής, εκκλησιαστικών μυστηρίων και ανιδιοτελούς αγάπης.
Με τη βεβαιότητα πλέον ότι όταν γίνεται λόγος για Εκκλησία και θρησκεία ομιλούμε για δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες σε χώρο οντολογικό και σωτηριολογικό που δεν συναντώνται ποτέ, σε πλαίσιο ανθρώπινης επικοινωνίας είναι εύκολο να διολισθαίνει το υποκείμενο του λόγου σε σύγχυση στην προσπάθεια ανεύρεσης κοινού τόπου σε έναν τύπο ουσίας  τον οποίον ο συνομιλητής του είτε τις περισσότερες φορές αγνοεί είτε για λόγους σκοπιμότητας αρνείται να μπει σε λειτουργία κατανόησης. Με άλλα λόγια, το μήνυμα αν και εκπέμπεται γλωσσολογικά με τους κανόνες και τη σύνταξη για τους οποίους ο κώδικας είναι κοινός, ο δέκτης αδυνατεί να αποκωδικοποιήσει τη φόρμα όχι επειδή κατ’ ανάγκη είναι κακοπροαίρετος αλλά διότι το υπαρξιακό πλαίσιο στο οποίο έχει βρεθεί ή έχει μάθει να κινείται είναι διαφορετικό. Τα ελληνικά ως κατεξοχήν νοηματική γλώσσα με τεράστιες δυνατότητες, σε τέτοιου είδους ζητήματα καθόλου δεν βοηθούν, όπως και οποιαδήποτε άλλη διάλεκτος.
Η σύγχυση που παρατηρείται γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν βρισκόμαστε σε ανώτερο επίπεδο από το συνηθισμένο, με άτομα κατά γενικήν  ομολογία εγκαταστημένα σε χώρους σημαντικούς είτε κοινωνικά είτε σε πλαίσιο επιστημονικής καθοδήγησης. Τότε, αν δεν υπάρχει η πρόνοια σε επίπεδο συντονισμού να γίνει μια μεταφορά δομής σε διαφορετικό πλαίσιο, το λιγότερο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν η μία πλευρά να θεωρεί την άλλη ως «αιρετική» και η άλλη την πρώτη ως «δογματική». Το «περίεργο» είναι ότι το δογματικό στοιχείο είναι ίδιον γνώρισμα του θρησκευτικού ενώ το δόγμα σε εκκλησιαστικό περιβάλλον εμφανίζεται ως αδυναμία νοητικής επεξήγησης η οποία δεν μπορεί να πάει παραπάνω και διατυπώνεται συλλογικά σε οικουμενικό συνοδικό επίπεδο.
Για την Εκκλησία θέματα παρόμοια και δη δογματικής, είναι τελειωμένα και επιλυμένα συνοδικά εδώ και πολλούς αιώνες και επικυρωμένα από τη βιωτή αγίων μορφών. «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱἈπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται…». Με την απαραίτητη διασαφήνιση του «τι εστί δογματικός και δόγμα» αφού το πλαίσιο και πάλι θα πρέπει να είναι κοινό, ο αποκαλών κάποιον δογματικό ή φανατικό τον αρθρώνοντα εκκλησιαστικό λόγο, το λιγότερο αγνοεί το παρελθόν. Το περίεργο πάλι, θα είναι αν ο υποτιθέμενος δογματικός αναπαράγει όχι δικές του θέσεις αλλά αγίων προσώπων ή Οικουμενικών Συνόδων. «Δογματικοί» καί αυτοί; Υπό ποίαν έννοια; Την εκκλησιαστική ή τη θρησκευτική; Το κλειδί καί σε αυτή την περίπτωση είναι αν ο κινούμενος σε λανθασμένο πλαίσιο το γνωρίζει και αν ο κατέχων τις απαραίτητες γνώσεις προς τη σωστή κατεύθυνση είναι σε θέση να τις παρουσιάσει όχι ως ατομική του πεποίθηση και πίστη προσωπική, εκκοσμικευμένο θρησκευτικό γεγονός δηλαδή, άρα ακόμη μία άλλη θρησκεία μέσα στις τόσες,  αλλά  ως το αληθές που δεν αληθεύει επειδή το πιστεύει και εμπιστεύεται μια συγκεκριμένη ομάδα, μα αληθεύει άσχετα με την ύπαρξη ομάδων και ατόμων ως το γνήσιο και ανόθευτο «πρόταγμα»  που οδηγεί προς τη σωτηρία. Συνήθως αν υπάρχει αδυναμία ή άλλοι λόγοι που τον εμποδίζουν, διακριτικά σιωπά και πρέπει να σιωπά. Αν μπορεί να το κάνει κι αυτό. Με την προϋπόθεση ότι θα είναι γνωστό μέχρι πού θα μπορεί να φθάσει το όριο ανεκτικότητας με βάση την άγνοια, σε αιρετικές και ψευδοφανείς τοποθετήσεις. Τα παραπάνω έχουν άμεση σχέση με την Παιδεία όπως αυτή μας κληροδοτήθηκε σε μέγιστο βαθμό από ό,τι αποκαλείται παγκόσμια σήμερα Ελληνισμός. Η εκπαίδευση έπεται.
Από την άλλη πλευρά, η ισοπέδωση, με τη νοσηρή διαπίστωση ότι πρέπει να διακοπούν όλες οι γέφυρες επικοινωνίας με «πληθυσμιακές μάζες» που φαινομενικά βρίσκονται εκτός εκκλησιαστικού χώρου και που ουσιαστικά είναι μάλλον εντελώς ανυποψίαστοι, είναι όχι μόνο επικίνδυνη αλλά και γελοία. Κατ’ αρχάς, ουδείς δικαιούται να αναγορεύει εαυτόν κριτή και σωτήρα του συνανθρώπου του. Πέρα από το βλάσφημο μπροστά στον απόλυτο και υπέρτατο κριτή, δεν διαθέτει καν τους μηχανισμούς για να εισχωρήσει στην ψυχή του άλλου και να την αφουγκραστεί. Με το παράδειγμά του μόνο, θα μπορέσει να τον προσελκύσει και με την αγάπη του που θα εκπέμψει.  Διαφορετικά, πώς θα φαινόταν αν κάποιος δεν αγοράζει για παράδειγμα ιαπωνικό αυτοκίνητο επειδή οι Ιάπωνες θρησκευτικά είναι αλλόθρησκοι ή δεν περνά έξω από το Μπάκιγχαμ επειδή η Βασίλισσα της Αγγλίας είναι θρησκευτικός ηγέτης που φορά μάλιστα και τα μασονικά σύμβολα; Ή ακόμη χειρότερα, σε πλαίσιο συμμαχικών επιχειρήσεων κατά κοινού εχθρού π.χ. της ναζιστικής Γερμανίας, ο Έλληνας να μη συμπολεμούσε με τον Βρετανό, ο Γάλλος με τον Νεοζηλανδό  κ.ο.κ. επειδή δεν συμφωνούνε οι θρησκείες! Με την ίδια λογική π.χ. ο Σουηδός Πρωθυπουργός να μη λέει «Καλημέρα» στον Ρώσο Πρόεδρο κι ο Ιταλός Πρωθυπουργός να μη μιλάει ποτέ στον ΟΗΕ! Ή πέρα από κάθε λογική, να απορρίπτεται το έργο π.χ. του Da Vinci, του Αρχιμήδη ή του Αριστοτέλη λόγω θρησκείας! Ο Γαλιλαίος «από σπόντα», «τη γλίτωσε»! Πόσο η γελοιότητα τότε, θα ήταν εμφανής;
Το κλειδί εδώ είναι η εκκλησιαστική κοινωνία, όχι η κοινωνική συναναστροφή, όσο αυτή δεν εμποδίζει τη σωτηριολογική μας πορεία. Με τους πάσης φύσεως αιρετικούς, ακόμη και τους πιο αδαείς, ούτε το «Πάτερ ημών» μαζί εκτός ιερού ναού. Για εντός, δεν συζητείται καν.
Η Δύση σήμερα μέσα στο συνονθύλευμα των παθών της από τη συσσώρευση και σκλήρυνση πλανών αιώνων, έχει πολύ μεγάλους προβληματισμούς και στρέφει τη ματιά της ανατολικά. Όχι όλοι αλλά η τάση είναι αυτή. Πολλοί, αντιλαμβάνονται ότι η αλήθεια δεν μπορεί να είναι σε Πάπα και προτεσταντισμούς. Αδέρφια μας είναι, βλαστήματα από τη ίδια μήτρα του ελληνορωμαϊσμού. Η φραγκική κατάκτηση και η ζημία που έχει προκαλέσει φαίνεται να μην έχει αναστρέψιμο χαρακτήρα στις μεγάλες μάζες αλλά και ένας να σωθεί χαρά εν τω ουρανώ μεγάλη. Η πρόκληση για τον κάθε ορθόδοξο είναι μέγιστη. Κανένας όμως δεν θα μεταστραφεί με διαλόγους και υποχωρητικά χαϊδέματα στα αυτιά. Η Εκκλησία δεν κάνει διάλογο. Νουθετεί και παραδειγματίζει. Όσο σταθεροί παραμένουμε στα Πατερικά νάματα τόσο υπάρχει μεγαλύτερη ελπίδα να προσελκύσουμε έναν κόσμο παραπλανημένο που ζητά και αναζητά.
Από την άλλη, το ορθό, το σωστό και το επιστημονικά τεκμηριωμένο αν δεν γίνεται αποδεκτό και μάλιστα για λόγους θρησκειοποιημένης νοητικής απομόνωσης υπάρχει τεράστιο θέμα και πρόβλημα ανθρώπινης ενσωμάτωσης, συνέχειας και ολοκλήρωσης. Εκκλησιαστικά, ακόμη και ο Διάβολος να πει κάτι σωστό, δεν έχει λόγο η Εκκλησία να μην το αποδεχθεί. (π. Γ. Μεταλληνός). Τούτο αρχικά σε έναν πιστό φαντάζει εντελώς παράλογο. Στη Βίβλο διαβάζουμε ότι τα ίδια τα δαιμόνια σε κάποιο σημείο φωνάζουν δυνατά στον Χριστό: «Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαιἡμᾶς;». Το ίδιο το δαιμόνιο αποκαλεί τον Χριστό «υιό του Θεού». Το «αφελές» ερώτημα που προκύπτει «ορθολογικά» είναι: Επειδή αποκάλεσε ο Διάβολος τον Χριστό «υιό του Θεού» Αυτός δεν είναι; Χρειάζεται συνεπώς μεγάλη προσοχή όταν οι πιστοί καταπιάνονται με παρόμοια ζητήματα διότι η σύγχυση καραδοκεί «προ των πυλών», με αποτέλεσμα να δημιουργείται συχνά πολύ μεγάλη παρανόηση.
Ο Μέγας Βασίλειος στον λόγο του «Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» λέγει με σαφήνεια: «Ὡς γὰρ τῶν ἀνθέων τοῖς μὲν λοιποῖς ἄχρι τῆς εὐωδίας ἢ τῆς χρόας ἐστὶν ἡ ἀπόλαυσις, ταῖς μελίτταις δ᾿ ἄρα καὶ μέλι λαμβάνειν ἀπ᾿ αὐτῶν ὑπάρχει». Με άλλα λόγια, όπως η μέλισσα το πολύτιμο νέκταρ, από τους πάντες κρατάμε ό,τι μας ωφελεί υλικά και πνευματικά και προωθεί την ανθρωπότητα προς τη συνέχεια και τη σωτηρία.  Τα περιττά, τα βλαβερά και τα λανθασμένα, τα απορρίπτουμε ή μας αφήνουν παντελώς αδιάφορους και δεν ασχολούμεθα καν. Στο ίδιο μήκος και οι εκ των κορυφαίων Πατέρων της Εκκλησίας Άγιοι: Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ισαάκ ο Σύρος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Μάξιμος ο Ομολογητής, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Γρηγόριος ο Νύσσης, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Μάρκος ο Ευγενικός, Ιουστίνος Πόποβιτς, Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ και χορεία μακαρίων ανδρών της πίστεως, όχι απαραίτητα Έλληνες αλλά της οικουμένης. Όλοι και όλα συντονισμένα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Ο Α.Κ.Σαραντίδης είναι δάσκαλος στην Καβάλα και πολιτικός επιστήμων